Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα imikrimarika. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα imikrimarika. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2007

istories-1001: το κεφάλι που είχε μόνο προφίλ

istories-1001: το κεφάλι που είχε μόνο προφίλ
Οι άνθρωποι θεωρώντας ότι είχε περιορισμένες δυνατότητες αντίληψης δεν του έδιναν και πολύ σημασία. Μπροστά του έκαναν πράγματα που δεν θα τολμούσαν εάν είχε φυσιολογική όραση. Πίστευαν πχ.ότι δεν μπορούσε να τους αντιληφθεί εάν άπλωναν το χέρι σε αντικείμενα που δεν τους ανήκαν ή εάν έβαζαν χέρι στη γυναίκα του φίλου τους. Το κεφάλι λοιπόν βλέποντας μύρια κακά να του αποκαλύπτονται, μην μπορώντας να πιστέψει πόσο τυφλά ήταν τα υπόλοιπα κεφάλια, απέκτησε ένα τικ. Όποτε έβλεπε κάτι ορατό μόνο σ'αυτόν, κούναγε το κεφάλι δεξιά-αριστερά εκφράζοντας έτσι τη δυσπιστία του για τη "χαζομάρα" του κόσμου.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2007

istories-1001: με συνέπεια στα λόγια

istories-1001: με συνέπεια στα λόγια
Θα σε κρεμάσω...

Δάσκαλος δημοτικού πολλά χρόνια , είχαν περάσει διαολάκια και διαολάκια από τα χέρια του. Τα κορίτσια όσο ζωηρά και να ήταν τα έκανε καλά.Βέβαια ήταν και αυτή η ασταμάτητη φλυαρία τους και τα χαχανητά τους που σε στέλναν αδιάβαστο. Κάτι ήξερε το στομάχι του απ'τις άπειρες ασπιρίνες που είχε καταπιεί για να καταλαγιάσει τους πονοκεφάλους του.
Τελευταία τα νεύρα του ήταν σμπαράλια, εκνευριζόταν με το παραμικρό , είχε εξατμιστεί η αγάπη που ένιωθε για τα παιδιά. Τόσα χρόνια τα νεύρα του σφυληλατούνταν στο αμόνι της παιδικής σκανταλιάς και δεν άντεχαν ούτε άλλα σφυρηλατήματα ούτε καν άλλα αγγίγματα. Αχ , πότε να έρθει η ώρα να πάρει σύνταξη,να πάει να ηρεμήσει στο τροχόσπιτό του και να χαζεύει τις βελγικές γελάδες να μασουλάνε χορταράκι μέσα στο πράσινο λιβάδι. Εκεί το μόνο που θα ακούει θα είναι το μουγγανητό καμιάς Arabelle.
Ήταν και αυτό το κωλ..π..δο ο Jean , το ελληνόπουλο.Διαόλου κάλτσα. Τι το ταϊζουν οι γονείς του ρε παιδί μου και είναι τόσο ζωηρό, καμιά μέρα θα χάσω τη ψυχραιμία μου και θα τον κρεμάσω...
Λοιπόν ελάτε να γράψουμε άγνωστη ορθογραφία. Γυρίζει να πιάσει το βιβλίο και του καρφώνεται μια σαϊτα στην πλάτη. Γυρίζει απότομα , εκνευρισμένος. Αντικρύζει είκοσι κεφαλάκια να συγκρατούν με το ζόρι τα χαχανητά τους. Δεν χρειάζεται να ρωτήσει ποιος το έκανε, διαβάζει τη σκανταλιά μέσα στα μάτια του. Ενώ ορμάει προς τον Jean φωνάζει : θα σε κρεμάσω ! Τον αρπάζει από τις τιράντες της σαλοπέτας του και τον κρεμάει παρέα με τα χοντρά παλτά και τα κασκόλ των παιδιών. Για να δούμε τι θα κάνεις τώρα εκεί ψηλά! Ο Jean κουνάει χέρια και πόδια προσπαθώντας να ξεγαντζωθεί , νιώθοντας γελοίος σαν μια αιχμαλωτισμένη μαριονέτα !


ΥΣ.Το παραπάνω ....κρέμασμα συνέβη στον αδελφό μου όταν πήγαινε στο δημοτικό !

Δευτέρα 14 Μαΐου 2007

Ο κυρ Τσιφούτης

Ντοματόζουμο είχαν γίνει οι ντομάτες που είχε αγοράσει ο φαλακρός κύριος από τη λαϊκή ( όχι της γειτονιάς του) στις δύο η ώρα το μεσημέρι. Ανέβαινε ασθμαίνοντας την ανηφόρα και τα πνευμόνια του κάναν τσαφ-τσουφ τσαφ-τσουφ απ'τη προσπάθεια να βάλουν και να βγάλουν αέρα , να δώσουν ώθηση στη γερασμένη του καρδιά και στα καλαμένια του πόδια.
Το ντοματόζουμο χυνόταν αργά και λικνιστικά από το πάτο του σκουριασμένου του , ιστορικής αξίας καροτσιού, σχηματίζοντας συμμετρικά ζιγκ-ζαγκ στην αχνιστή άσφαλτο, ίδιο θαρρείς έργο μοντέρνας primitive τεχνοτροπίας .
Σιγά μη πήγαινα στον αγιογδύτη τον μανάβη να του πληρώσω χρυσάφι την ολλανδική ντομάτα σκεφτόταν ο κυρ Τσιφούτης και κάνω και τη βόλτα μου τσάμπα συν τοις άλλοις.
Ανέβαινε ανήφορο, κατέβαινε κατήφορο ο κυρ Τσιφούτης . Η φαλάκρα του είχε γίνει και αυτή ντοματόζουμο απ'τη στενή επαφή τρίτου τύπου με τον ηλιακό μεσημεριανό δίσκο. Θυμήθηκε ότι αύριο πρωϊ-πρωϊ θα πήγαινε να κάνει ενημέρωση στο βιβλιάριο καταθέσεών του, για να δει πόσο είχε αυγατίσει το κεφάλαιο με τους τόκους και τα μάγουλά του έγιναν ίδια ντοματόζουμο απ'την ευχαρίστηση!

Κυριακή 13 Μαΐου 2007

οι περιπέτειες του Ντέμη


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ολα άρχισαν επειδή η μάνα του Ντέμη ήθελε να τον κάνει πρίγκηπα! Λες κι οι πριγκίπησσες τό 'χουν διαφορετικό ή, ίσως, αποστειρωμένο. Ανησυχούσε, μιάς και τον είχε μεγαλώσει το γιόκα της στα πούπουλα, πεντακάθαρο, μακρυά από κάθε βρωμιά, ασπροφουφουλιασμένο μέσα στα κατάλευκά του καλοκαιρινά κοστουμάκια από λινάρι και στα ολόμαλλα χειμωνιάτικα ζιβάγκο, που τα φορούσε στο σκί και που τόσο του πήγαιναν!
Γύρω - γύρω πάνω στα έπιπλα του σαλονιού, ένα σωρό φωτογραφίες του σε διαφορετικές κορνίζες, ξυλόγλυπτες, ασημένιες, επίχρυσες και περίτεχνες γύψινες, "αρ-νουβώ" και ροκοκό. Στη μιά στην Ελβετία, στα χιόνια, στην άλλη στην Ιμπιζα με το κανώ παραμάσχαλα, πιό πέρα στις Πυραμίδες με κάσκα εξερευνητού, μπορούσες να χαζεύεις με τις ώρες τη χαζοχαρούμενη φατσούλα του με τα μισόκλειστα ματάκια και το ηλίθιο αποκρυσταλωμένο χαμόγελο.
Ο Ντέμης κοκκίνιζε με το παραμικρό, σαν κορίτσι που κρυφακούει κακά λόγια. Ηταν υπερβολικά ευγενικός, τόσο που θα πίστευε κανείς πως μέσα του κυλάει, αντί για αίμα, ντοματόζουμο.

(Rodia)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

Ο ΚΥΡ ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ

Ντοματόζουμο είχαν γίνει οι ντομάτες που είχε αγοράσει ο φαλακρός κύριος από τη λαϊκή ( όχι της γειτονιάς του) στις δύο η ώρα το μεσημέρι. Ανέβαινε ασθμαίνοντας την ανηφόρα και τα πνευμόνια του κάναν τσαφ-τσουφ τσαφ-τσουφ απ'τη προσπάθεια να βάλουν και να βγάλουν αέρα , να δώσουν ώθηση στη γερασμένη του καρδιά και στα καλαμένια του πόδια.
Το ντοματόζουμο χυνόταν αργά και λικνιστικά από το πάτο του σκουριασμένου του, ιστορικής αξίας καροτσιού, σχηματίζοντας συμμετρικά ζιγκ-ζαγκ στην αχνιστή άσφαλτο, ίδιο θαρρείς έργο μοντέρνας primitive τεχνοτροπίας.
Σιγά μη πήγαινα στον αγιογδύτη τον μανάβη να του πληρώσω χρυσάφι την ολλανδική ντομάτα σκεφτόταν ο κυρ Τσιφούτης και κάνω και τη βόλτα μου τσάμπα συν τοις άλλοις.
Ανέβαινε ανήφορο, κατέβαινε κατήφορο ο κυρ Τσιφούτης. Η φαλάκρα του είχε γίνει και αυτή ντοματόζουμο απ'τη στενή επαφή τρίτου τύπου με τον ηλιακό μεσημεριανό δίσκο. Θυμήθηκε ότι αύριο πρωϊ-πρωϊ θα πήγαινε να κάνει ενημέρωση στο βιβλιάριο καταθέσεών του, για να δει πόσο είχε αυγατίσει το κεφάλαιο με τους τόκους και τα μάγουλά του έγιναν ίδια ντοματόζουμο απ'την ευχαρίστηση!

(imikrimarika)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΑΝΤΟΥ

«Ευχαρίστηση είναι μια λέξη απαγορευμένη για έναν πρίγκιπα!» τσίριξε η μητέρα του Ντέμη καθώς κρατούσε με την άκρη του δείκτη και του αντίχειρα το μισοφαγωμένο πιτόγυρο που είχε συλλάβει το Ντέμη να τρώει. «Πόσες φορές θα σου πω ότι πρέπει να κρατάς ένα επίπεδο, ακόμα και αν δε σε βλέπει κανένας;»
Ο Ντέμης ήταν πλέον κατακόκκινος, η μητέρα του νόμιζε από τη ντροπή του, ο ίδιος όμως δεν είχε αισθανθεί ποτέ περισσότερη οργή. Ο πατέρας του μπήκε στο σπίτι την καταλληλότερη στιγμή, κρατώντας δύο τεράστιες σακούλες με μισολιωμένες ντομάτες. «Γυναίκα, βρήκα πάμφθηνες ντομάτες στη λαϊκή! Φέρε μια λεκάνη μόνο να τις βάλουμε μέσα, είναι λίγο σάπιες και λιώνουνε εύκολα!»
Ο Ντέμης κατάφερε με λίγη προσπάθεια να βγάλει τη συνηθισμένη, μελιστάλαχτη φωνή του. «Μην ανησυχείτε πατέρα, θα σας βοηθήσω εγώ!» είπε και έτρεξε προς το χωλ, ενώ η μητέρα του τον ακολούθησε συνεχίζοντας να κρατά με αποστροφή το πιτόγυρο ανάμεσα στα δύο της δάχτυλα.
Ο Ντέμης κοίταξε το βαρυφορτωμένο χόλ, με τις απομιμήσεις – αντίκες και τις βαμμένες χρυσές κορνίζες με τις φωτογραφίες του. Πήρε τις σακούλες από τα χέρια του πατέρα του και έβαλε μία δεξιά και μία αριστερά του. Βγάζοντας ένα δυνατό, γάργαρο γέλιο, άρχισε να πετάει τις ντομάτες από τη σακούλα, με το αριστερό χέρι στις φωτογραφίες του, με το δεξί χέρι στη μητέρα του. Τα δυο της δάχτυλα τεντώθηκαν από την έκπληξη και το πιτόγυρο έπεσε πάνω στο πολύχρωμο μωσαϊκό, αναπήδησε και καταπλάκωσε τελικά ένα μυρμήγκι.

(Άμμος)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΠΡΙΓΚΗΠΕΣ

Μυρμήγκι τον αποκαλούσαν συχνά τον κυρ Τσιφούτη στη δουλειά, γνωρίζοντας πόσο μεθοδικά μάζευε χρήματα με κάθε πιθανή ευκαιρία και πόσο απέφευγε πάση θυσία να τα σπαταλήσει. Μόνο η γυναίκα του μπορούσε να του αποσπάσει κάποιο σοβαρό ποσό - συνήθως για να στολίσει το σπίτι με πορσελάνινους Κινέζους ψαράδες ή για να στείλει το παιδί στο εξωτερικό να κάνει γνωριμίες και να προκόψει. Φαίνεται όμως πως αυτός ο διπρόσωπος χαραμοφάης με το ντροπαλό χαμόγελο είχε εξελιχτεί σε έναν σωστό τζίτζικα. Παρίστανε τον ξενέρωτο μπούλη μπροστά στους γονείς του και τους λοιπούς συγγενείς, αλλά όταν πήγαινε ταξιδάκια έξω απλά φρόντιζε να ντυθεί σα φλώρος μπροστά από κάποιο αξιοθέατο και να βγάλει μια φωτογραφία που θα έστελνε στη μαμά. Μια φορά μάλιστα έβαλε έναν φίλο στη Γενεύη να τυπώσει και να τους στείλει φωτογραφία με το Ντέμη να ατενίζει ένα ηλιοβασίλεμα στις Άνδεις. "Βουνό το ένα, βουνό το άλλο, σιγά που θα καταλάβουν τη διαφορά" σκέφτηκε. Ευτυχώς κανείς τους δεν πρόσεξε το λάμα που διέσχιζε την κορυφογραμμή στο βάθος...

Τον υπόλοιπο χρόνο ο μικρός κοπροσκύλιαζε, παίζοντας ζάρια με τους ντόπιους ή δοκιμάζοντας τις εξωτικές χαρές που του πρόσφεραν τα κορίτσια τους και τα ναρκωτικά τους. "Πρίγκηπα" τον αποκαλούσαν στον υπόκοσμο του Καΐρου για να τον καλοπιάσουν, μπας και ξοδέψει εκεί τα όμορφα ευρώπουλα που με τόσο κόπο και αυταπάρνηση είχε συγκεντρώσει ο πατέρας του. Αυτή τη φορά όμως, ο κοκκινομάγουλος Ντέμης τα είχε σκατώσει για τα καλά και δυσκολευόταν πολύ να κρατήσει το ευγενικό προσωπείο του. Με την Ντολόρες έγγυο και τον νταβατζή της να απειλεί ότι θα έρθει να του πιεί το αίμα, ο Ντέμης έπρεπε να βρει τουλάχιστον εξήντα χιλιάρικα για να ξελασπώσει από τα συσσωρευμένα χρέη του. Τα μισά τουλάχιστον θα πήγαιναν στο ντήλερ και στην επιταγή για το καζίνο που κινδύνευε να μείνει ακάλυπτη. Είχε ήδη φάκελο στην Ιντερπόλ και ήξερε ότι δεν τον έπαιρνε να το σκάσει. Κι αυτοί οι μαλάκες οι γονείς του ασχολούνταν με σουβλάκια και σάπιες ντομάτες...

Αν κατάφερνε να πουλήσει τουλάχιστον τους πίνακες κάτι μπορεί να γινόταν. Θα μπορούσε να σκηνοθετήσει μια διάρρηξη - αυτό ήταν! Κοίταξε γύρω του και κατάλαβε πόσο μάταιο ήταν το όνειρό του. Όλες αυτές οι μαλακίες από ψεύτικο όνυχα και επιχρυσωμένα βιομηχανικά αγγελάκια δεν έφταναν να καλύψουν ούτε τα έξοδα της κηδείας του. Τέρμα, την είχε πουτσίσει για τα καλά. Άρχισε να γελάει τρανταχτά, καθώς έπιανε στις χούφτες του τις μισολειωμένες ντομάτες και τις εκδφενδόνιζε με δύναμη πάνω στους σαστισμένους γονείς του και τη μίζερη σαβούρα με την οποία είχαν γεμίσει ασφυκτικά το ρετιρέ.

(Helix Nebulae)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

Ο ΦΙΛΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Το ρετιρέ! Αυτό έπρεπε να σκοτώσει το συντομότερο, και πώς δεν τό 'χε σκεφτεί ακόμα! Της απέναντι πολυκατοικίας είχε πουληθεί πριν δυο μήνες κι έπιασε εξι χιλιάδες ευρά το τετραγωνικό, Κολονάκι γαρ. Το δικό τους είχε φτάσει τα διακόσια πενήντα τετραγωνικά με όλες τις παράνομες προσθήκες -και τα μπαλκόνια είχε κλείσει ο τσιφούταρος ο πατέρας του για να μεγαλώσει τους κύριους χώρους. Οι παρανομίες διακρίνονταν πολύ καλά δια γυμνού οφθαλμού από τους περαστικούς, το γωνιακό ρετιρέ της οδού Γενναδίου, καρσί στον Ευαγγελισμό, είχε γίνει σαν τη παράγκα του Καραγκιόζη, μόνο που οι περιμετρικοί τοίχοι που διόγκωναν τη χωρητικότητά του ήταν από αλουμίνιο και όχι από τενεκέδες.

Το θέμα ήταν πώς να γινόταν να περιέλθει στην κυριότητά του, αυτό χρειαζόταν να εξετάσει και σύντομα μάλιστα. Ο πατέρας του είχε πει ότι θα του το έγραφε όταν παντρευόταν και συμμαζευόταν και έκανε οικογένεια. Αλλη οδός ήταν να το κληρονομήσει μετά το θάνατό του. Η μάνα του είχε την τεράστια περιουσία στο νησί και εκεί θ' αποτραβιόταν στα γεράματά της. Το είχε δηλώσει καθαρά, «μετά το θάνατό σου Λευτέρη μου, εγώ θα πάω στο νησί» είχε πει ένα μεσημέρι μετά το γεύμα, τότε που γίνονται όλες οι σοβαρές συζητήσεις σε μια οικογένεια καθώς πρέπει και ανακοινώνονται όλες οι βαρύγδουπες αποφάσεις. Αρα, για να αποκτήσει το ρετιρέ ο Ντέμης, έπρεπε να μείνει ορφανός από πατέρα ή να παντρευτεί και ν' αποχτήσει γρήγορα παιδί.

Οχι πως κόλωνε να σκοτώσει το φάδερ, από μικρός τον είχε στο μάτι, αλλά με το φάκελο στην Ιντερπόλ, ένας φόνος δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Το μωρό όμως βρισκόταν ήδη στα σκαριά, η Ντολόρες ήταν φινετσάτη κοπέλα, η πουτανιά δεν είχε καταφέρει να τη μαράνει -ακόμα. Εμενε ο νταβατζής, ο Ντάγκλας με τ' όνομα, που δεν θα άφηνε εύκολα να του φύγει ένα χρυσωρυχείο από τα χέρια. Δε χρειάστηκε και πολλή σκέψη για να τρέξει να βρει το Μίμη, το συμμαθητή του στο Βαρβάκειο, που είχε καταφέρει να γίνει πρώτη μούρη στον υπόκοσμο κρατώντας συνάμα τα προσχήματα και την καλή κοινωνική του θέση. Αυτός θα τον ξελάσπωνε σίγουρα, όλο και κάτι θά 'ξερε περί Ντάγκλα, κάποια λαδιά του, ώστε να τον εκβιάσει να του παραχωρήσει τη Ντολόρες.

Πράγματι, ο Μίμαρος καθάρισε για πάρτη του, αλλά όχι στεγνά, το παζάρεψε γερά και ο Ντέμης αναγκάστηκε να του τάξει το 20% από τη πώληση του ρετιρέ. Ετσι είναι η ζωή, με τό 'να χέρι δίνεις και με τ' άλλο παίρνεις, ζυγισμένα πράματα. Η Ντολόρες λευτερώθηκε από τη μουντάδα του πεζοδρομίου, εκεί όπου "δούλευε" μέχρι να στρώσει -σ' ένα χαμόσπιτο στο Ζεφύρι, ήταν φρέσκια ακόμα στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε περίπτωση να έχει πατήσει κολονακιώτης εκεί πέρα, τα νώτα του Ντέμη ήταν καθαρά κι έτσι δεν υπήρχε δυσκολία να βγάλει τη σχέση τους στο φως.

(Rodia)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

Σήραγγες, τούνελ, αποκαλύψεις

«Φως, θα δοθεί φως σε αυτήν την υπόθεση» έλεγε γονατισμένη η Αγγελική, καθώς κρατούσε από το χέρι τη χαροκαμένη μάνα που έκλαιγε. «Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως ο γιος σας υπήρξε θύμα δολοφονικής επίθεσης, λίγη βοήθεια ακόμα από το πιστό μας κοινό και αναλαμβάνει πλέον η αστυνομία.» Η κυρία Λούλα την κοίταξε ζαλισμένη και άρχισε ξανά να κλαίει. Η Αγγελική σηκώθηκε προσεκτικά και κοίταξε την κάμερα 3. «Τώρα όμως θα περάσουμε σε ένα σύντομο διάλειμμα για διαφημίσεις».
Καθώς η μακιγιέζ της περνούσε αλλεπάλληλες στρώσεις κονσίλερ, μεικάπ και πούδρας στα μάτια και γύρω από το στόμα, η Αγγελική σκεφτόταν διαδοχικά ότι: είχε έρθει ο καιρός για το τρίτο λίφτινγκ, τα μπότοξ δεν έκαναν τίποτα, κάτι της πήγαινε πολύ στραβά με την κυρία Λούλα, έπρεπε να πει στη Φιλιπιννέζα τους, την ωραία Ρεμέδιος, να μαγειρέψει παπουτσάκια για αύριο.
Στάθηκε μπροστά από την κάμερα και χαμογέλασε. «Επιστρέφουμε στο πρόγραμμά μας, αγαπημένοι φίλοι, με ένα τηλεφώνημα που οι συνεργάτες μου με πληροφορούν ότι θα δώσει συγκλονιστικές πληροφορίες. Μας ακούτε;»
- Ναι, κυρία Αγγελική, με ακούτε;
- Σας ακούμε πολύ καθαρά, πείτε μας.
- Κατ’ αρχήν συγχαρητήρια για την εκπομπή σας.
- Σας ευχαριστώ πολύ. Πείτε μας τι πληροφορίες έχετε;
- Λοιπόν αυτή η κυρία που κλαίει και σπαράζει στον καναπέ σας, το ξέρετε ότι εκπόρνευε την κόρη της και είχε κάνει το γιο της νταβατζή για να μη φεύγουν τα λεφτά από την οικογένεια; Την είχε στείλει σε κάτι ξαδέλφια της στην Ισπανία να τη μεγαλώσουν, μας τη φέρανε πίσω κοπέλα σωστή και τι την έκανε η μάνα μας; Πουτάνα!
Η κάμερα αλλοφρόνησε, μια έκανε κοντινό στο έκπληκτο πρόσωπο της Αγγελικής, μια έδινε μακρινά πλάνα από την κυρία Λούλα που είχε πρασινίσει και κουνούσε τα χέρια της δεξιά και αριστερά, αρνούμενη μάλλον την κατηγορία.
- Καταλαβαίνετε ότι η καταγγελία σας είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Αυτά που μας λέτε τα έχετε καταγγείλει στην αστυνομία;
- Τα να καταγγείλω κυρία Αγγελική, ότι είχα βγάλει την αδερφή μου στο κλαρί; Ο Ντάγκλας είμαι, ο γιος της κυρίας Λούλας! Τηλεφώνησα να σας πω ότι είμαι καλά και να μη με ψάχνει άλλο η καλτάκα η μάνα μας. Έγινε μια απόπειρα εναντίον μου κάποια στιγμή, πήρα τα μάτια μου και έφυγα για Κύπρο. Μια χαρά είμαι εδώ, ασχολούμαι με οφσόρ εταιρείες, πολύ καλή φάση. Και η αδερφή μου ζάχαρη περνάει, καλοπαντρεύτηκε με τον Ντέμη, έγινε Κολωνακιώτισσα σωστή. Ωχ, αυτό μάλλον δεν έπρεπε να το πω. Σκατά!

(Αμμος)

---------------------
ΣΗΜ. Πιάσε τη τελευταία φράση και άρχισε το κομμάτι σου με μια λέξη της -προτιμότερο με την τελευταία, αν βολεύει.
---------------------

Οι παραμυθένιες πολιτείες



Δυο φορές κι δυο καιρούς σε δυο κοντινές χώρες, τις Καλλικατζαρόχωρες ζούσε δυστυχισμένος ο καλλικάτζαρος, οι βασιλιάδες και οι βασίλισσές του.
Οι βασίλισσες μόλις είχαν γεννήσει δύο καλλικατζαράκια. Περίμεναν υπομονετικά να έρθει η νονά νεράιδα, να τους χαρίσει όλο το υστέρημα των οικουμένων. Σε δύο κοινές τελετές, μαζεύτηκε όλη η νεράιδα και δυο-δυο στις σειρές έδινε την ευχή της. Οι καλές οι μάγισσες αφύσικα και δεν προσκαλέστηκαν. Φρόντισαν όμως να κρυφτούν κάτω απ' τις κουβέρτες των μωρών με τις μορφές κατσαρίδων. Περίμεναν να ακούσουν τις χειρότερες ευχές, που συνήθως ήταν και η πρώτες για να του κάνουν χαλάστρες.
Ευχόταν η νεράιδα: θα είστε οι πιο όμορφοι πρίγκηπες που γεννήθηκαν ποτέ...θα είστε οι πιο ασπρουδεροί... θα έχετε τις μικρότερες μύτες... θα είστε οι πιο χαζοί καλλικάτζαροι των οικουμένων...
Στις αρχές απομακρύνθηκαν και οι εσχατονεράιδες και έδωσαν τις χειρότερες ευχές που μπορούσαν να υπάρξουν: θα ζήσετε στιγμιαία... και τότε πετάγονται οι κατσαρίδες, μεταμορφώνονται στις καλές μάγισσες και λένε: όμως θα πρέπει κάθε νύχτα να κοιμάστε στις ίδιες τρύπες των γαιών αφότου ενηλικιωθείτε....
Για πότε κύλησε ο δυστυχισμένος χρόνος για τις Καλλικατζαρόχωρες ...όλοι τα πήραν χαμπάρια. Κανείς δεν φόρεσε καταπράσινο ρούχο και δεν κράταγε πράσινο μαντήλι για να αποχαιρετήσει τους μισητούς τους πρίγκηπες.
Οι πρίγκηπες βρέθηκαν μπροστα σε δύο σταυροδρόμια, έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στις Ευρώπες, τις Ασίες, τις Αμερικές και τις Αυστραλίες. Έκλεισαν το μάτι, τέντωσαν τους δείκτες, έφεραν δυο γύρες, όταν άνοιξαν το μάτι τους, οι ασπρουδεροί δείκτες τους ήταν στραμμένοι προς τις Ευρώπες. Ας είναι είπαν!
Απο τι Αμστερντάμ, Παρίσι, Βιέννη, Βρυξέλλη, Λουξεμβούργο.... πέρασαν... όμως παντού δεν έμεναν παραπάνω από δυο μήνες, τελειώνε γρήγορα η τρύπα και δεν είχαν που να κοιμηθούν. Ώσπου δυο μέρες εμφανίστηκαν οι κακές τους νεράιδες (εκείνες που τους είχαν ευχηθεί στιγμιαίες ζωές) με τις μορφές δυο μαλλιαρών, με υπέροχες οδοντοστοιχίες νεαρών και τους είπαν: έχουμε ακούσει για δυο πραγματικές πόλεις όπου υπάρχει ουδεμιά τρύπα, δεν τελειώνει ποτέ, κλείνουν οι δύο, ανοίγουν άλλες.....Μου τα μετέφερε από παππούδων προς παππούδων, αυτά τα μυστικά. Δεν ξέρουμε αν όντως είναι αλήθειες ή μύθοι αλλά έχετε να τα χάσετε όλα. Τις λέει Αθ.....!
Έτσι λοιπόν τα καλλικατζαράκια μου, οι Τρυπένιοι, δρόμους αφήνουν δρόμους παίρνουν και επιτέλους βρίσκουν τις πραγματικές πολιτείες!
Στο αριστερό τους βλέπουν συνωστισμούς, πλησιάζουν, διακρίνουν μία τρύπα μέσα στις γαίες, μπροστά από δύο παμπάλαιες πολυκατοικίες και δίπλα δύο ασθενοφόρα. Παραδίπλα δύο κυρίες ασπροφορεμένες, όρθιες στα χώματα να βογγάνε διότι λένε είχαν σκοντάψει μέσα στις πρώτες τρύπες. Ωραία σκέφτονται ο Τρυπένιοι εξασφαλίσαμε τρύπες για απόψε! Τέλειωσαν τα πολυήμερα και έπρεπε να πάνε προς αναζητήσεις άλλων στεγών. Προχωράνε ένα τετράγωνο παρακάτω και νάσας μικρή τρύπα, χώνονται στις πρώτες και παίρνουν δύο υπνάκους. Ώσπου ξυπνάνε από φωνή: Μα ποια γίνονται εδώ, πως θα περάσει τώρα ο μαθητής να μπει στα φροντιστήρια, θα πηδήξει τη λακούβα; Βοηθήσε μας κύριοι, τουλάχιστον να σκεπάσουμε τις λακούβες μπρος στις εισόδους!
-Ποιοι ξεκίνησαν το έργο οι ΕΥΔΑΠ ?
-Όχι οι ΔΕΗ .
- Μα πως, αφού εδώ τρέχουν ρολόγια των νερών!
-Να ,ξεκίνησαν οι ΔΕΗ να επισκευάσουν κάτι καλώδιο και έκανε ζημιές στα ρολόγια των ΕΥΔΑΠ.
Μόλις απομακρύνθηκε η φωνή και μπήκε ο μαθητής στις τάξεις, έφυγαν προς αναζητήσεις πιο ανήσυχων τρυπών, το μπορούσαν με όλα το παιδί!
Δεν πίστευαν στο μάτι τους. Δυο στενές λεωφόροι άδειες τρύπα! Χώθηκαν στις μικρότερες και περίμεναν ν'ακούσουν ομιλία για να μάθουν περί ποίων πρόκειται: Αμάν μ'αυτά τα γκάζια, μέχρι να τοποθετήσει το σωλήνα των αερίων θα καλοκαιριάσω!
- Θα καλοκαιριάσω...... Δεν το λετε καλά! Μέχρι να τοποθετήσει το σωλήνα αερίων σ'όλες τις Αθήνες, θέλετε να πείτε θα το χιλιάσω!
Έτριβαν το χέρι τα καλλικατζαράκια, επιτέλους είχαν βρει τις πόλεις του ονείρου τους!

Σημειώσεις: Στα κείμενα των μεγάλων μαρικών έγινε η εξής αλλαγή
- Οι ενικοί έγιναν πληθυντικοί και τα αντίστροφα
- Τα αόριστα άρθρα "ένας, μία, ένα" έγιναν "δύο"
- Οι συντάξεις "κανείς δεν..." και "τίποτα δεν..." έγιναν "όλοι/όλα..." και τα αντίστροφα

_______________
Παρέμβαση από Ροδιά: όλα τα επίθετα και τα επιρρήματα γίναν αντίστοφα, π.χ. "μακρινός" ~ "κοντινός", "ανυπόμονα" ~ "υπομονετικά", κλπ κλπ


Σάββατο 12 Μαΐου 2007

Η παραμυθένια πολιτεία

Μια φορά κι ένα καιρό σε μια μακρινή χώρα , την Καλλικατζαρόχωρα ζούσαν ευτυχισμένοι οι καλλικάτζαροι, ο βασιλιάς και η βασίλισσά τους.
Η βασίλισσα μόλις είχε γεννήσει ένα καλλικατζαράκι. Περίμενε ανυπόμονα να έρθουν οι νονές νεράιδες , να του χαρίσουν όλα τα προτερήματα της οικουμένης. Σε μια ειδική τελετή, μαζεύτηκαν όλες οι νεράιδες και μια-μια στη σειρά έδιναν τις ευχές τους. Η κακιά η μάγισσα φυσικά και δεν προσκαλέστηκε.Φρόντισε όμως να κρυφτεί κάτω απ'τη κουβέρτα του μωρού με τη μορφή κατσαρίδας. Περίμενε να ακούσει την καλύτερη ευχή, που συνήθως ήταν και η τελευταία για να τους κάνει χαλάστρα.
Ευχόντουσαν οι νεράιδες : θα είσαι ο πιο άσχημος πρίγκηπας που γεννήθηκε ποτέ...θα είσαι ο πιο μαυριδερός...θα έχεις τη μεγαλύτερη μύτη...θα είσαι ο πιο έξυπνος καλλικάτζαρος της οικουμένης...
Στο τέλος πλησίασε και η αρχινεράιδα και έδωσε την καλύτερη ευχή που μπορούσε να υπάρξει: θα ζήσεις αιώνια...και τότε πετάγεται η κατσαρίδα, μεταμορφώνεται στη κακιά μάγισσα και λέει : όμως θα πρέπει κάθε νύχτα να κοιμάσαι σε διαφορετική τρύπα της γης αφότου ενηλικιωθείς....
Για πότε κύλησαν τα ευτυχισμένα χρόνια για την Καλλικατζαρόχωρα ...κανείς δεν το πήρε χαμπάρι.Φόρεσαν όλοι κατακόκκινα ρούχα και κράταγαν κόκκινα μαντήλια για να αποχαιρετήσουν τον αγαπημένο τους πρίγκηπα.
Ο πρίγκηπας βρέθηκε μπρος σ'ένα σταυροδρόμι , έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική και την Αυστραλία. Έκλεισε τα μάτια, τέντωσε το δείκτη, έφερε μια γύρα , όταν άνοιξε τα μάτια του ,ο μαυριδερός δείκτης του ήταν στραμμένος προς την Ευρώπη. Ας είναι είπε !
Απο τι Αμστερντάμια, Παρίσια, Βιέννες,Βρυξέλλες, Λουξεμβούργα....πέρασε...όμως παντού δεν έμενε παραπάνω από ένα μήνα,τελειώναν γρήγορα οι τρύπες και δεν είχε που να κοιμηθεί. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε η καλή του νεράιδα (εκείνη που του είχε ευχηθεί αιώνια ζωή) με τη μορφή ενός φαλακρού , ξεδοντιάρη γεροντάκου και του είπε:έχω ακούσει για μια μυθική πόλη όπου υπάρχουν άπειρες τρύπες, δεν τελειώνουν ποτέ, κλείνει η μια, ανοίγει άλλη.....Μας το μετέφεραν από πάππου προς πάππου , αυτό το μυστικό. Δεν ξέρω αν όντως είναι αλήθεια ή μύθος αλλά δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Τη λένε Αθ.....!
Έτσι λοιπόν το καλλικατζαράκι μας ,ο Τρυπένιος ,δρόμο αφήνει δρόμο παίρνει και επιτέλους βρίσκει τη παραμυθένια πολιτεία !
Στα δεξιά του βλέπει συνωστισμό, πλησιάζει , διακρίνει δύο τρύπες μέσα στη γη, μπροστά από μια νεόδμητη πολυκατοικία και δίπλα ένα ασθενοφόρο. Παραδίπλα μια κυρία μαυροφορεμένη , ξαπλωμένη στο χώμα να βογγάει διότι λέει είχε σκοντάψει μέσα στη πρώτη τρύπα. Ωραία σκέφτεται ο Τρυπένιος εξασφάλισα τρύπα για απόψε ! Τέλειωσε το διήμερο και έπρεπε να πάει προς αναζήτηση άλλης στέγης. Προχωράει δύο τετράγωνα παρακάτω και νάσου μεγάλες τρύπες, χώνεται στη πρώτη και παίρνει έναν υπνάκο. Ώσπου ξυπνάει από φωνές :Μα τι γίνεται εδώ , πως θα περάσουν τώρα οι μαθητές να μπούνε στο φροντιστήριο, θα πηδήξουν τις λακούβες ? Βοηθήστε με κύριε , τουλάχιστον να σκεπάσω τη λακούβα μπρος στην είσοδο !
-Ποιος ξεκίνησε τα έργα η ΕΥΔΑΠ ?
-Όχι η ΔΕΗ .
- Μα πως, αφού εδώ τρέχει ρολόι του νερού !
-Να ,ξεκίνησε η ΔΕΗ να επισκευάσει κάτι καλώδια και κάνανε ζημιά στο ρολόι της ΕΥΔΑΠ.
Μόλις απομακρύνθηκαν οι φωνές και μπήκαν οι μαθητές στην τάξη, έφυγε προς αναζήτηση πιο ήσυχης τρύπας, δεν τα μπορούσε με τίποτα τα παιδιά !
Δεν πίστευε στα μάτια του .Μια τεράστια λεωφόρο γεμάτη τρύπες ! Χώθηκε στη μεγαλύτερη και περίμενε ν'ακούσει ομιλίες για να μάθει περί τίνος πρόκειται : Αμάν μ'αυτό το γκάζι, μέχρι να τοποθετήσουν τους σωλήνες του αερίου θα καλοκαιριάσουμε !
- Θα καλοκαιριάσουμε......Δεν τα λες καλά! Μέχρι να τοποθετήσουν τους σωλήνες αερίου σ'όλη την Αθήνα , θέλεις να πεις θα τα χιλιάσουμε !
Έτριβε τα χέρια το καλλικατζαράκι , επιτέλους είχε βρει την πόλη των ονείρων του!