8 το πρωί. Ξυπνάει η Μαρία, κοιτάει στο παράθυρο, ηλιόλουστη μέρα σήμερα. Σηκώνεται, ρίχνει νερό στο πρόσωπό της, γυρνάει και κάθεται στο κρεβάτι της. Απομένει λίγα λεπτά κοιτώντας μελαγχολικά το πάτωμα. Θυμάται πως ήταν πριν 3 μήνες, πριν χωρίσει με τον Γιάννη, 1 χρόνο σχέση. Της λείπει, ιδιαίτερα τα πρωινά που κάνανε σεξ, άλλωστε το πρωινό σεξ είναι το καλύτερο. Απο τότε την κουτσοβολεύει με τον δονητή της, πριν πάει στην δουλειά, απασχολείται λίγη ώρα.
Εκνευρίζεται όμως καθώς θυμάται πως τον δονητή τον έχει για πλύσιμο στην κουζίνα μαζί με τα άπλυτα πιάτα. Έχει καμιά βδομάδα να τον πλύνει και το πλαστικό κολλάει. Σήμερα μάλιστα άκουσε πως θα έχει δύσκολη μέρα στο δικαστήριο και μια πρωινή μαλακία πάντα βοηθάει να αντέξει την πίεση της δουλειάς.
Αναλογιζόμενη τι να κάνει, βλέπει πάνω απο το κρεβάτι τον σταυρό, κάτω απο μια εικόνα του Χριστούλη. "Γιατί όχι, ούτως ή άλλως οι γωνίες του είναι στρογγυλεμένες" σκέφτεται. Τον ξεκρεμάει, φυσάει λίγο την σκόνη απο πάνω του εξετάζοντας παράλληλα το μέγεθός του, τελικά το εγκρίνει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι και κρατώντας τον απο την πάνω, κοντή μεριά τον εισχωρεί στα γεννητικά της όργανα. Συνεχίζοντας λίγα λεπτά, ξενερώνει γιατί είναι πολύ λείος και δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Ανακάθεται στο κρεβάτι ψάχνοντας να βρει μια αστραπιαία λύση για να το διορθώσει, βλέπει απέναντι την ελληνική σημαία, σε μέγεθος τετραδίου. Πιάνει την σημαία, και τυλίγει με αυτήν την μακριά μεριά του σταυρού. "Ο ραβδώσεις πάντα βοηθάνε" σκέφτηκε χαμογελώντας λίγο. Κρατώντας λοιπόν την κοντή μεριά του σταυρού, ξαναρχίζει την διείσδυση παίζοντας ταυτόχρονα την κλειτορίδα με το άλλο χέρι. Απαράμιλλη ηδονή. Σε 15 λεπτά με γρήγορες κινήσεις είχε τελειώσει.
Σηκώνεται γρήγορα, αφήνοντας το χριστιανικό σύμβολο με το πανάκι γύρω του, πάνω στο κομοδίνο. Καθυστέρησε με αυτές τις πρωτότυπες πατέντες, θα αργήσει στην δουλειά. Ντύνεται με τα ρούχα του δικαστή πηγαίνοντας στο δικαστήριο. Ρίχνει μια ματιά στο σημειωματάριό της, στις υποθέσεις που θα δικάσει σήμερα.
-----------
Για να δούμε πόσες μηνύσεις θα γίνουν σήμερα λόγω αυτού του ποστ. Όποιος θέλει να αντιμετωπίσει μηνύσεις, το αναδημοσιεύει ελεύθερα, δεν χρειάζεται αναφορά πηγής.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emporas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα emporas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 5 Ιουνίου 2007
Δευτέρα 4 Ιουνίου 2007
Χαμένοι μέσα σε ένα άυλο κόσμο.
Εδώ βρισκόμαστε όλοι σε ένα άπειρο φωτεινό κόσμο. Το φως κυριαρχεί παντού, μας θαμπώνει δεν ξεχωρίζουμε εύκολα τις ιδέες, την αλήθεια, τις φυσιογνωμίες των άλλων ανθρώπων. Η φωτεινότητα υπάρχει παντού πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε ο εαυτός μας, είμαστε απλά μια μορφή συναισθήματος χωρίς υλική υπόσταση, άπιαστοι.
Στο περιβάλλον αυτό μια μορφή ενέργειας ξεχωρίζει αχνά τους όγκους κάποιων σπιτιών. Εύκολα, με μια κίνηση του δαχτύλου μεταφέρεται μέσα. Γεμάτο δωμάτια το κάθε σπίτι. Οι τοίχοι φαίνονται ξεκάθαρα, με ένα περίεργο απροσδιόριστο χρώμα ο κάθε τοίχος, διαφορετικό σε κάθε σπίτι.
Σε κάθε σπίτι βλέπει εικονικά τον ιδιοκτήτη. Δεν φαίνεται ο ίδιος, μόνο η προβολή του στον τοίχο του δωματίου. Η σκιά του αυτή, είναι ότι επέλεξε ο ίδιος να φανερώσει για την ίδια του την ύπαρξη.
Εισέρχεται η ενέργεια μέσα, μια άυλη ακτίνα. Βλέπει τις προβολές του ιδιοκτήτη στον τοίχο, τις σκεφτεται, τις αξιολογεί. Παρατηρεί επίσης διάφορα κομμάτια, απο τυχόν προβολές των φιλοξενούμενων σε αυτό το σπίτι. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης επιλέγει να αφήσει και ένα μικρό μέρος απο την δικιά της προβολή σε αυτό το σπίτι για να προσθέσει γνώση, να εκφράσει δυσαρέσκεια, επιβράβευση ή κάποιο άλλο συναίσθημα, στην χειρότερη να επιβεβαιώσει την ίδια της την παρουσία εκεί.
Ξεχωρίζει τις μικρές σκιές των φιλοξενούμενων απο το περίγραμμά τους, τις κρίνει, άλλοτε φεύγει άλλοτε πέφτει πάνω στον τοίχο μεταφερόμενη η παρουσία της στο άλλο σπίτι του προηγουμένως φιλοξενούμενου. Αρχίζει η ίδια ιστορία τότε απο την αρχή.
Βέβαια μπορεί να μεταφερθεί κατευθείαν και σε κάποιο άλλο σπίτι το οποίο έχει εξακριβωμένα ωραίο χρώμα στους τοίχους.
Αλλά μέσα σε όλες αυτές τις περιηγήσεις, υπάρχει πιθανότητα κάποιος να ξεχάσει πως ουσιαστικά είναι ύλη. Να απορροφηθεί σιγά σιγά σε αυτές τις επισκέψεις, απομακρυνόμενος απο την φυσική του υπόσταση. Να δίνει χαρακτήρα σε αυτές τις μικρές ή μεγάλες προβολές, ξεκινώντας να δημιοουργούνται συναισθήματα θετικά ή αρνητικά. Χαμένος σε ένα αέρινο σύμπαν, χωρίς καμία απολύτως πραγματική ζωή. Τα συναισθήματα πλέον διοχετεύονται στο κενό.
Στο περιβάλλον αυτό μια μορφή ενέργειας ξεχωρίζει αχνά τους όγκους κάποιων σπιτιών. Εύκολα, με μια κίνηση του δαχτύλου μεταφέρεται μέσα. Γεμάτο δωμάτια το κάθε σπίτι. Οι τοίχοι φαίνονται ξεκάθαρα, με ένα περίεργο απροσδιόριστο χρώμα ο κάθε τοίχος, διαφορετικό σε κάθε σπίτι.
Σε κάθε σπίτι βλέπει εικονικά τον ιδιοκτήτη. Δεν φαίνεται ο ίδιος, μόνο η προβολή του στον τοίχο του δωματίου. Η σκιά του αυτή, είναι ότι επέλεξε ο ίδιος να φανερώσει για την ίδια του την ύπαρξη.
Εισέρχεται η ενέργεια μέσα, μια άυλη ακτίνα. Βλέπει τις προβολές του ιδιοκτήτη στον τοίχο, τις σκεφτεται, τις αξιολογεί. Παρατηρεί επίσης διάφορα κομμάτια, απο τυχόν προβολές των φιλοξενούμενων σε αυτό το σπίτι. Σε περίπτωση θετικής αξιολόγησης επιλέγει να αφήσει και ένα μικρό μέρος απο την δικιά της προβολή σε αυτό το σπίτι για να προσθέσει γνώση, να εκφράσει δυσαρέσκεια, επιβράβευση ή κάποιο άλλο συναίσθημα, στην χειρότερη να επιβεβαιώσει την ίδια της την παρουσία εκεί.
Ξεχωρίζει τις μικρές σκιές των φιλοξενούμενων απο το περίγραμμά τους, τις κρίνει, άλλοτε φεύγει άλλοτε πέφτει πάνω στον τοίχο μεταφερόμενη η παρουσία της στο άλλο σπίτι του προηγουμένως φιλοξενούμενου. Αρχίζει η ίδια ιστορία τότε απο την αρχή.
Βέβαια μπορεί να μεταφερθεί κατευθείαν και σε κάποιο άλλο σπίτι το οποίο έχει εξακριβωμένα ωραίο χρώμα στους τοίχους.
Αλλά μέσα σε όλες αυτές τις περιηγήσεις, υπάρχει πιθανότητα κάποιος να ξεχάσει πως ουσιαστικά είναι ύλη. Να απορροφηθεί σιγά σιγά σε αυτές τις επισκέψεις, απομακρυνόμενος απο την φυσική του υπόσταση. Να δίνει χαρακτήρα σε αυτές τις μικρές ή μεγάλες προβολές, ξεκινώντας να δημιοουργούνται συναισθήματα θετικά ή αρνητικά. Χαμένος σε ένα αέρινο σύμπαν, χωρίς καμία απολύτως πραγματική ζωή. Τα συναισθήματα πλέον διοχετεύονται στο κενό.
Πέμπτη 31 Μαΐου 2007
Ηρωίνη vs Τηλεόραση.
Αθήνα μια πόλη εκατομυρίων ανθρώπων, άπειρες ζωές φαινομενικά διαφορετικές, κυλάνε παράλληλα, καταλήγουν ίδιες. Ο Γιάννης και ο Μανώλης ζούνε απο μικροί στην ίδια γειτονιά, στον πάνω δρόμο ο Γιάννης, στο παράλληλο δρόμο ο Μανώλης, στην κάτω μεριά. Πηγαίνανε απο παλιά σχολείο μαζί, γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Ο Γιάννης απο τότε υπόδειγμα μαθητή, φαινόταν πως θα πήγαινε μπροστά. Αναμενόμενο ήταν ένας τόσο συστηματικός άνθρωπος να εξελιχθεί σε πολύ πετυχημένο δικηγόρο, όταν τελείωσε το πανεπιστήμιο. Ο Μανώλης απο την άλλη ασυμβίβαστος απο γεννησιμιού του, δεν τα πήγαινε καλά με το σχολείο. Ήταν άραγε πως δεν του άρεσαν τα γράμματα, δεν του άρεσε το σχολείο, κανένας δεν ξέρει. Εκτός απο κάτι περιστασιακές κακοπληρωμένες δουλειές, ένας άνεργος νέος ήταν γενικά. Σιγά σιγά λοιπόν το έριξε τα ναρκωτικά, απο τα μαλακά προχώρησε στα πολύ βαριά. Ο πρεζάκιας τον φωνάζουν στην γειτονιά οι γριές, ούτε καν ο Μανώλης ο πρεζάκιας, αντικείμενο αποστροφής για τους γείτονες.
Κάθε βράδυ το έχει πρόγραμμα ο Μανώλης, πάει σε ένα παλιό εργοστάσιο και παίρνει την δόση του. Είναι καλή καβάτζα αυτό το εργοστάσιο, του το σύστησαν κάτι φιλαράκια, δεν πολύ μακριά απο το σπίτι του. Το έχει πρόγραμμα, πάει κάθε μέρα στις 9, που είναι και σκοτάδι, μην γίνει καμιά στραβή με μπάτσους. Χαρμανιάζει όλη μέρα στεγνός, αλλά το βράδυ τον αποζημιώνει. Ο Γιάννης κάθε μέρα ενώ σχολάει απο τις 5, μέχρι να τελειώσει τίποτα εξωτερικές δουλειές, να οδηγήσει και μιάμιση ώρα μέχρι το σπίτι του, φτάνει πάντα εξουθενωμένος, στις 9 στο σπίτι του.
Μέχρι να κάνει ένα μπάνιο και να βάλει το φαί να αποψυχθεί στον φούρνο μικροκυμάτων, ή να παραγγείλει καμιά πίτσα απέξω, κλασικός εργένης ο Γιάννης, πάει ούτε λίγο ούτε πολύ 9:30. Ο Μανώλης φτάνει στις 9 πάντα, το έχει σε γρουσουζιά να πάει λίγο αργότερα, αλλά μέχρι να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες, να ετοιμάσει τις σύριγγες, να δέσει το μπράτσο, να υργοποιήσει την σκόνη πάει η ώρα 9:30. Στις 9:30 λοιπόν κάθε μέρα, ο Μανώλης είναι έτοιμος με την σύριγγα γεμάτη, ο Γιάννης έχει βολευτεί στον βαθύ καναπέ του με τον φαί μπροστά του για να φάει με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Εκείνη την στιγμή ακριβώς η υποδερμική σύριγγα βυθίζεται στη φλέβα, το δάχτυλο πατάει το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ.
Στον επόμενο χτύπο της καρδιάς η ηρωίνη έχει βρει τον δρόμο της για το νευρικό σύστημα, σε ένα δευτερόλεπτο έχει ανάψει η τηλεόραση. To δηλητήριο έχει παραλύσει το σώμα, η είκόνα έχει κατακλύσει τον εγκέφαλο. Οι μύες χαλαρώνουν. Το απλανές βλέμμα ζωγραφίζεται πλέον το πρόσωπο.
Το ταξίδι έχει αρχίσει. Η πραγματικότητα φαίνεται πλέον πολυ μακρινή, ακούγεται ο ήχος του κινητού, απόμακρός, ένα χιλιόμετρο μακριά. Ο ένας βρίσκεται σε απίθανα μέρη, που δεν έχει πατήσει ανθρώπινο πόδι, ελάχιστοι έχουν τολμήσει καν να φανταστούν. Το σύμπαν φαντάζει ένα μικρό πορτοκάλι, σχετικά με τους ανεξερεύνητους κόσμους έξω του. Δεν χρειάζεται πλέον αεροπλάνα για να μεταφερθεί στον αέρα. Ο άλλος μεταφέρεται σε διαφορετικά σημεία στον κόσμο, μέρη που και αυτός δεν θα πατήσει ποτέ. Είναι μόνο για εκλεκτούς ανθρώπους αυτά τα μέρη. Ταινίες βγαλμένες απο την ζωή τις διαφημίζουν, για μια ζωή που δεν έχει ζήσει ποτέ κανένας, παρά μόνο οι ηθοποιοί, και αυτοί στα ψέματα. Ανάμεσα σε διακοπτόμενες γαλάζιες λάμψεις, τη σκέψη την απορροφάει γυαλί, δεν υπάρχει πλέον αλήθεια ή ψέμματα, ο χρόνος σταματάει.
Μετά απο αρκετές ώρες διαφυγής απο την μεγάλη πόλη, απο τους στενάχωρούς δρόμους, τις θορυβώδεις πλατείες, τις ανάγκες του σώματος, την τρομακτικά βαρετή πραγματικότητα το παραμύθι περνάει. Το πρόγραμμα της τηλεόρασης τελειώνει, η μαστούρα ξεθύμανε, ώρα για ύπνο. Αύριο άλλη μια μέρα απάνθρωπα αληθινή ξημερώνει. Τα ψέματα τελείωσαν για σήμερα, αύριο πάλι.
-----
Σήμερα είναι μέρα κατά του καπνίσματος, πότε είναι κατά της τηλεόρασης;
Κάθε βράδυ το έχει πρόγραμμα ο Μανώλης, πάει σε ένα παλιό εργοστάσιο και παίρνει την δόση του. Είναι καλή καβάτζα αυτό το εργοστάσιο, του το σύστησαν κάτι φιλαράκια, δεν πολύ μακριά απο το σπίτι του. Το έχει πρόγραμμα, πάει κάθε μέρα στις 9, που είναι και σκοτάδι, μην γίνει καμιά στραβή με μπάτσους. Χαρμανιάζει όλη μέρα στεγνός, αλλά το βράδυ τον αποζημιώνει. Ο Γιάννης κάθε μέρα ενώ σχολάει απο τις 5, μέχρι να τελειώσει τίποτα εξωτερικές δουλειές, να οδηγήσει και μιάμιση ώρα μέχρι το σπίτι του, φτάνει πάντα εξουθενωμένος, στις 9 στο σπίτι του.
Μέχρι να κάνει ένα μπάνιο και να βάλει το φαί να αποψυχθεί στον φούρνο μικροκυμάτων, ή να παραγγείλει καμιά πίτσα απέξω, κλασικός εργένης ο Γιάννης, πάει ούτε λίγο ούτε πολύ 9:30. Ο Μανώλης φτάνει στις 9 πάντα, το έχει σε γρουσουζιά να πάει λίγο αργότερα, αλλά μέχρι να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες, να ετοιμάσει τις σύριγγες, να δέσει το μπράτσο, να υργοποιήσει την σκόνη πάει η ώρα 9:30. Στις 9:30 λοιπόν κάθε μέρα, ο Μανώλης είναι έτοιμος με την σύριγγα γεμάτη, ο Γιάννης έχει βολευτεί στον βαθύ καναπέ του με τον φαί μπροστά του για να φάει με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Εκείνη την στιγμή ακριβώς η υποδερμική σύριγγα βυθίζεται στη φλέβα, το δάχτυλο πατάει το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ.
Στον επόμενο χτύπο της καρδιάς η ηρωίνη έχει βρει τον δρόμο της για το νευρικό σύστημα, σε ένα δευτερόλεπτο έχει ανάψει η τηλεόραση. To δηλητήριο έχει παραλύσει το σώμα, η είκόνα έχει κατακλύσει τον εγκέφαλο. Οι μύες χαλαρώνουν. Το απλανές βλέμμα ζωγραφίζεται πλέον το πρόσωπο.
Το ταξίδι έχει αρχίσει. Η πραγματικότητα φαίνεται πλέον πολυ μακρινή, ακούγεται ο ήχος του κινητού, απόμακρός, ένα χιλιόμετρο μακριά. Ο ένας βρίσκεται σε απίθανα μέρη, που δεν έχει πατήσει ανθρώπινο πόδι, ελάχιστοι έχουν τολμήσει καν να φανταστούν. Το σύμπαν φαντάζει ένα μικρό πορτοκάλι, σχετικά με τους ανεξερεύνητους κόσμους έξω του. Δεν χρειάζεται πλέον αεροπλάνα για να μεταφερθεί στον αέρα. Ο άλλος μεταφέρεται σε διαφορετικά σημεία στον κόσμο, μέρη που και αυτός δεν θα πατήσει ποτέ. Είναι μόνο για εκλεκτούς ανθρώπους αυτά τα μέρη. Ταινίες βγαλμένες απο την ζωή τις διαφημίζουν, για μια ζωή που δεν έχει ζήσει ποτέ κανένας, παρά μόνο οι ηθοποιοί, και αυτοί στα ψέματα. Ανάμεσα σε διακοπτόμενες γαλάζιες λάμψεις, τη σκέψη την απορροφάει γυαλί, δεν υπάρχει πλέον αλήθεια ή ψέμματα, ο χρόνος σταματάει.
Μετά απο αρκετές ώρες διαφυγής απο την μεγάλη πόλη, απο τους στενάχωρούς δρόμους, τις θορυβώδεις πλατείες, τις ανάγκες του σώματος, την τρομακτικά βαρετή πραγματικότητα το παραμύθι περνάει. Το πρόγραμμα της τηλεόρασης τελειώνει, η μαστούρα ξεθύμανε, ώρα για ύπνο. Αύριο άλλη μια μέρα απάνθρωπα αληθινή ξημερώνει. Τα ψέματα τελείωσαν για σήμερα, αύριο πάλι.
-----
Σήμερα είναι μέρα κατά του καπνίσματος, πότε είναι κατά της τηλεόρασης;
Τετάρτη 30 Μαΐου 2007
Η νίκη του Σπαρτιάτη Αλκιβιάδη(δημαρχου του Ελληνικού) ενάντια στους σατανικούς Αθηναίους
Οι αρχαίοι ΕΛ-ληνες εκείνα τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε ηλεκτρονικά παιχνίδια, ούτε τηλεόραση, ούτε καφετέριες. Απελπισία σκέτη. Ο καιρός δεν πέρναγε με τίποτα. Ο μόνη λύση για να σπάσει η μονοτονία, ήταν να ιδρύσουν πόλεμο με καμιά γειτονική πόλη(τότε δεν υπήρχαν χώρες). Οι Σπαρτιάτες μάλιστα το είχαν αναγάγει σε τεράστια επιστήμη. Να φανταστείτε 300 άτομα, υπερασπίζοντας την ΕΛ-ευθερία τους, έσφαξαν χιλιάδες Πέρσες που είχαν εισβάλλει στην ΕΛ-λάδα, για να βιάσουνε τα ΕΛ-ληνικά κορίτσια, να πιούνε το ΕΛ-ληνικό λευκό κρασί, και να γευτούνε τις περίφημες ΕΛ-ληνικές φέτες. Α ναι, μην ξεχνάμε το ξακουστό ΕΛ-ληνικό ΕΛ-αιόλαδο. Δυστυχώς όμως, οι Σπαρτιάτες μετά την κοσμοιστορική αυτή νίκη, νόμισαν πως είναι πολύ σπουδαίοι, με συνέπεια μετα απο λίγα χρόνια να εκφυλιστούνε εντελώς, αφού δεν τους επιτίθoταν κανένας. Σταμάτησαν σταδιακά τις πολεμικές ασκήσεις. Είχαν αναπαυθεί στην ζεστή αγκαλιά της δόξας. Συνήθιζαν να λένε πως κατάγονται απο τους ΣΠΑ, που είχαν διαστημόπλοια στο παρελθόν, οι οποίοι κατοικούσαν μέσα στην Γη, αποκαλούσαν τους εαυτούς τους ΣΠΑ-ρτιατες.
Εκατό χρόνια μετά την μάχη του Μαραθώνα λοιπόν κηρρύσουν οι Σπαρτιάτες μάχη, γιατί κατείχαν κάτι παράλια οι Αθηναίοι, τα οποία άνηκαν δικαιωματικά στην Σπάρτη. Την είχαν καταβρεί οι Αθηναίοι, με τα μπάνια τους και τους τουρίστες τους, σε ξένη παραλία. Αρχίζουν λοιπόν να στρατολογούνε κόσμο οι Σπαρτιάτες υπό την ηγεσία του γενναίου Αλκιβιάδη, συνολικά 60 άτομα. Ξεκινώντας όλοι οι νέοι, να πάνε στον πόλεμο, αποχαιρετάνε τις μαμάδες τους με την θαραλλέα φράση "Η ταν ή επι τας", αφού πρώτα υπόσχονται πως θα είναι καλά παιδιά. Μόνο ο θαραλλέος Αλκιβιάδης δεν υποσχέθηκε το τελευταίο.
Μετά απο μια εβδομάδα, ξεκινάει σφοδρή μάχη. Αρχηγός όπως πάντα ο Αλκιβιάδης, έπεφτε μέσα στην μάχη σαν το λιοντάρι σφάζοντας κάθε μέρα τουλάχιστον 20 Αθηναίους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι 59 στρατιώτες σκότωναν 5-6, συνολικα! Όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες για να λέμε την ΕΛ-ήθεια, δεν τους άρεσε ο πόλεμος. Προτιμούσαν να ρεμβάζουν στις όχθες του Καιάδα, να τρώνε σταφύλια απο τα διπλανά αμπέλια, να κυνηγάνε κανένα ΕΛ-άφι με σπασμένο πόδι, ήρεμα πράγματα. Δεν είχαν γεννηθεί για πόλεμο αυτοί, το ήξεραν. Βασικά όλη η Σπάρτη το ήξερε, αλλά δεν μιλούσε κανένας, ντρέποντουσαν να παραδεχτούν τόσο τεμπελιά, τόση παρακμή. Δεν τους πείραζε ούτε καν οι Κορίνθιοι που κυνηγούσαν στο δάσος τους, ούτε οι Αθηναίοι που κολυμπούσαν στις παραλίες τους. Στην μάχη δέχτηκαν να πάνε εθελοντικά, επειδή ήξεραν πως ο ικανός Αλκιβιάδης θα τα βγάλει πέρα μόνος του, να πάρουνε και αυτοί λίγο δόξα. Τόσα χρόνια δεν είχαν πολεμήσει ποτέ, το είχαν παράπονο οι μαμάδες τους.
Μετά απο 13 με 15 μέρες, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, λήγει η ο πόλεμος, με νίκη προφανώς της Σπάρτης. Ο μαχητικός Αλκιβιάδης είχε σκοτώσει τουλάχιστον 500, απο τους συνολικά 550 Αθηναίους. Γύρισαν όλοι στην Σπάρτη ζωντανοί και ευτυχισμένοι. Η παραλία ήταν δική τους ξανά. Δοξάστηκαν όλοι οι στρατιώτες του πολέμου, και οι 60. Οι 59 λοιπόν άρχισαν αμέσως να καυχιούνται για την μεγαλειώδη νίκη τους, έγιναν ήρωες. Παινευόντουσαν πως σκότωναν 100 Αθηναίους σε κάθε μάχη, πως είχανε υποστεί πολλαπλούς τραυματισμούς, αλλά επέζησαν χάρη στην ατσαλένια κράση τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι 59 είχαν σφάξει 50 Αθηναίους, δηλαδή ο κάθε στρατιώτης σκότωσε 0.8 ανθρώπους. Κανένας τους δεν είχε σκοπό να πολεμήσει απο την αρχή, απλά ήθελαν να δοξαστούν με ξένους αγώνες. Αυτό που μετράει όμως είναι πως καταφέρανε και κλέψανε την περισσότερη δόξα του δυνατού Αλκιβιάδη, με αποτέλεσμα να τους γράφουν μέχρι και σήμερα τα βιβλία της ιστορίας.
Εκατό χρόνια μετά την μάχη του Μαραθώνα λοιπόν κηρρύσουν οι Σπαρτιάτες μάχη, γιατί κατείχαν κάτι παράλια οι Αθηναίοι, τα οποία άνηκαν δικαιωματικά στην Σπάρτη. Την είχαν καταβρεί οι Αθηναίοι, με τα μπάνια τους και τους τουρίστες τους, σε ξένη παραλία. Αρχίζουν λοιπόν να στρατολογούνε κόσμο οι Σπαρτιάτες υπό την ηγεσία του γενναίου Αλκιβιάδη, συνολικά 60 άτομα. Ξεκινώντας όλοι οι νέοι, να πάνε στον πόλεμο, αποχαιρετάνε τις μαμάδες τους με την θαραλλέα φράση "Η ταν ή επι τας", αφού πρώτα υπόσχονται πως θα είναι καλά παιδιά. Μόνο ο θαραλλέος Αλκιβιάδης δεν υποσχέθηκε το τελευταίο.
Μετά απο μια εβδομάδα, ξεκινάει σφοδρή μάχη. Αρχηγός όπως πάντα ο Αλκιβιάδης, έπεφτε μέσα στην μάχη σαν το λιοντάρι σφάζοντας κάθε μέρα τουλάχιστον 20 Αθηναίους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι 59 στρατιώτες σκότωναν 5-6, συνολικα! Όλοι οι υπόλοιποι στρατιώτες για να λέμε την ΕΛ-ήθεια, δεν τους άρεσε ο πόλεμος. Προτιμούσαν να ρεμβάζουν στις όχθες του Καιάδα, να τρώνε σταφύλια απο τα διπλανά αμπέλια, να κυνηγάνε κανένα ΕΛ-άφι με σπασμένο πόδι, ήρεμα πράγματα. Δεν είχαν γεννηθεί για πόλεμο αυτοί, το ήξεραν. Βασικά όλη η Σπάρτη το ήξερε, αλλά δεν μιλούσε κανένας, ντρέποντουσαν να παραδεχτούν τόσο τεμπελιά, τόση παρακμή. Δεν τους πείραζε ούτε καν οι Κορίνθιοι που κυνηγούσαν στο δάσος τους, ούτε οι Αθηναίοι που κολυμπούσαν στις παραλίες τους. Στην μάχη δέχτηκαν να πάνε εθελοντικά, επειδή ήξεραν πως ο ικανός Αλκιβιάδης θα τα βγάλει πέρα μόνος του, να πάρουνε και αυτοί λίγο δόξα. Τόσα χρόνια δεν είχαν πολεμήσει ποτέ, το είχαν παράπονο οι μαμάδες τους.
Μετά απο 13 με 15 μέρες, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, λήγει η ο πόλεμος, με νίκη προφανώς της Σπάρτης. Ο μαχητικός Αλκιβιάδης είχε σκοτώσει τουλάχιστον 500, απο τους συνολικά 550 Αθηναίους. Γύρισαν όλοι στην Σπάρτη ζωντανοί και ευτυχισμένοι. Η παραλία ήταν δική τους ξανά. Δοξάστηκαν όλοι οι στρατιώτες του πολέμου, και οι 60. Οι 59 λοιπόν άρχισαν αμέσως να καυχιούνται για την μεγαλειώδη νίκη τους, έγιναν ήρωες. Παινευόντουσαν πως σκότωναν 100 Αθηναίους σε κάθε μάχη, πως είχανε υποστεί πολλαπλούς τραυματισμούς, αλλά επέζησαν χάρη στην ατσαλένια κράση τους. Η αλήθεια βέβαια είναι πως οι 59 είχαν σφάξει 50 Αθηναίους, δηλαδή ο κάθε στρατιώτης σκότωσε 0.8 ανθρώπους. Κανένας τους δεν είχε σκοπό να πολεμήσει απο την αρχή, απλά ήθελαν να δοξαστούν με ξένους αγώνες. Αυτό που μετράει όμως είναι πως καταφέρανε και κλέψανε την περισσότερη δόξα του δυνατού Αλκιβιάδη, με αποτέλεσμα να τους γράφουν μέχρι και σήμερα τα βιβλία της ιστορίας.
Τρίτη 29 Μαΐου 2007
Η επιτυχία του αγώνα του δήμαρχου του ελληνικού
Ο Μάκης, ο Μπάμπης και τα άλλα παιδιά απο το μαγαζί κάθονται σε ένα τσόχινο στρογγυλό τραπέζι, μανιώδεις παίχτες του πόκερ όλοι. Απόλυτη ηρεμία βασιλεύει στον χώρο. Το περίγραμμα της λάμπας ακριβώς πάνω απο το τραπέζι, αχνοφαίνεται απο την πολύ κάπνα στο ταβάνι, όπως μαρτυράνε και τα τασάκια με τις γόπες σε σχήμα βουνού. Την πλήρη ακινησία και σιωπή των παιχτών σπάνε μόνο διάφορες παγιωμένες λέξεις, όπως πάσο ή ανεβάζω, προφέροντας τις μόνο όταν έρθει η σειρά τους.
Σκληρά παιδιά στην πιάτσα όλοι οι παίκτες. Έχουν αναμιχθεί σε πολλούς τσαμπουκάδες, γνωρίζοντας μυστικά που τα κανάλια θα αποκαλύψουν σε 10 χρόνια, όταν δεν θα έχει σημασία πια. Δεν μιλάνε παρά μόνο όταν είναι αναγκαίο ή όταν τους ρωτήσουν. Οι τραχιές φάτσες τους γεμάτες σημάδια δείχνουν ζωές βίαιες, βασανισμένο παρελθόν, αβέβαιες για το μέλλον.
Στο παιχνίδι έχουν μείνει μόνο ο Μάκης και ο Μπάμπης. Σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα στους καλύτερους. Οι υπόλοιποι παίκτες έχουν παρατήσει το παιχνίδι, παρακολουθώντας τους δύο εναπομείναντες σιωπηλά. Ο Μπάμπης ατάραχος ανεβάζοντας συνέχεια το ποσό, και μην αλλάζοντας φύλο ανάγκασε τους υπόλοιπους να τα παρατήσουν. Ο Μάκης δεν ανεχόταν να παραδεχθεί την ήττα του τόσο εύκολα. Συνέχιζε λοιπόν, αλλάζοντας συνέχεια ένα χαρτί προσπαθώντας να αλλάξει την κέντα σε καρέ. Ήξερε πως ο Μπάμπης δεν θα είχε κάτι καλύτερο, πολλές φορές μπλόφαρε έτσι ανεβάζοντας τα λεφτά, απλά ήθελε να σιγουρευτεί πρώτα πριν ανοίξει. Στάθηκε τυχερός πάλι ο Μάκης, του έκατσε το πολυπόθητο 7 κούπα, και άνοιξε τα φύλα του. O Μπάμπης, όμως προς έκπληξή του, είχε φλος ρουαγιάλ.
Σχηματίστηκε για μια στιγμή μια υποψία χαμόγελου στα χείλη του Μπάμπη, πολύ μικρή, γενικά δεν γελάει ποτέ. Μαζεύοντας τα λεφτά απο το τραπέζι, μουρμουρίζει ο Μάκης, σπάζοντας την σιωπή
"Το στοίχημα όμως που βάλαμε για τον δήμαρχο, που κάνει απεργία πείνας, είναι τα διπλάσια λεφτά, θα ξαναπάρω πίσω ότι έχασα".
"Κρατάει καλά όμως ο δήμαρχος, εγώ στοιχημάτισα πως θα ζήσει 20 μέρες, και είναι ήδη στην 11η, θα ζήσει σίγουρα" απαντάει ο Μπάμπης
Μάκης - "Βέβαια υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις, πως ακόμα και να ζήσει, θα τον καθαρίσουμε εμείς, εγώ μόνος μου θα τον φυτέψω κάτω"
Μπάμπης - "Εγώ πάντως δεν τον καθαρίζω για να κερδίσεις εσύ το στοίχημα"
Μάκης - "Θα βοηθήσεις θες δεν θες, είναι εντολή του αφεντικού, μου το είπε σήμερα το πρωί"
Μπάμπης - "Τυχερός είσαι πάλι, μια μέρα πιο μετά να ήθελε το αφεντικό, να κάνουμε την δουλειά, θα το κερδιζα το στοίχημα"
Έγινε φανερό πως η συζήτηση τελείωσε. Ξεκίνησαν να πάνε για ύπνο, ήδη είχε αρχίσει να ξημερώνει. Άλλη μια μέρα ρουτίνας ξεκινάει για όλους μας.
Σκληρά παιδιά στην πιάτσα όλοι οι παίκτες. Έχουν αναμιχθεί σε πολλούς τσαμπουκάδες, γνωρίζοντας μυστικά που τα κανάλια θα αποκαλύψουν σε 10 χρόνια, όταν δεν θα έχει σημασία πια. Δεν μιλάνε παρά μόνο όταν είναι αναγκαίο ή όταν τους ρωτήσουν. Οι τραχιές φάτσες τους γεμάτες σημάδια δείχνουν ζωές βίαιες, βασανισμένο παρελθόν, αβέβαιες για το μέλλον.
Στο παιχνίδι έχουν μείνει μόνο ο Μάκης και ο Μπάμπης. Σκληρή αναμέτρηση ανάμεσα στους καλύτερους. Οι υπόλοιποι παίκτες έχουν παρατήσει το παιχνίδι, παρακολουθώντας τους δύο εναπομείναντες σιωπηλά. Ο Μπάμπης ατάραχος ανεβάζοντας συνέχεια το ποσό, και μην αλλάζοντας φύλο ανάγκασε τους υπόλοιπους να τα παρατήσουν. Ο Μάκης δεν ανεχόταν να παραδεχθεί την ήττα του τόσο εύκολα. Συνέχιζε λοιπόν, αλλάζοντας συνέχεια ένα χαρτί προσπαθώντας να αλλάξει την κέντα σε καρέ. Ήξερε πως ο Μπάμπης δεν θα είχε κάτι καλύτερο, πολλές φορές μπλόφαρε έτσι ανεβάζοντας τα λεφτά, απλά ήθελε να σιγουρευτεί πρώτα πριν ανοίξει. Στάθηκε τυχερός πάλι ο Μάκης, του έκατσε το πολυπόθητο 7 κούπα, και άνοιξε τα φύλα του. O Μπάμπης, όμως προς έκπληξή του, είχε φλος ρουαγιάλ.
Σχηματίστηκε για μια στιγμή μια υποψία χαμόγελου στα χείλη του Μπάμπη, πολύ μικρή, γενικά δεν γελάει ποτέ. Μαζεύοντας τα λεφτά απο το τραπέζι, μουρμουρίζει ο Μάκης, σπάζοντας την σιωπή
"Το στοίχημα όμως που βάλαμε για τον δήμαρχο, που κάνει απεργία πείνας, είναι τα διπλάσια λεφτά, θα ξαναπάρω πίσω ότι έχασα".
"Κρατάει καλά όμως ο δήμαρχος, εγώ στοιχημάτισα πως θα ζήσει 20 μέρες, και είναι ήδη στην 11η, θα ζήσει σίγουρα" απαντάει ο Μπάμπης
Μάκης - "Βέβαια υπάρχει κάτι που δεν ξέρεις, πως ακόμα και να ζήσει, θα τον καθαρίσουμε εμείς, εγώ μόνος μου θα τον φυτέψω κάτω"
Μπάμπης - "Εγώ πάντως δεν τον καθαρίζω για να κερδίσεις εσύ το στοίχημα"
Μάκης - "Θα βοηθήσεις θες δεν θες, είναι εντολή του αφεντικού, μου το είπε σήμερα το πρωί"
Μπάμπης - "Τυχερός είσαι πάλι, μια μέρα πιο μετά να ήθελε το αφεντικό, να κάνουμε την δουλειά, θα το κερδιζα το στοίχημα"
Έγινε φανερό πως η συζήτηση τελείωσε. Ξεκίνησαν να πάνε για ύπνο, ήδη είχε αρχίσει να ξημερώνει. Άλλη μια μέρα ρουτίνας ξεκινάει για όλους μας.
Δευτέρα 21 Μαΐου 2007
Λιακόπουλος, ένα μεταλλαγμένο είδος σαλιγκαριού.
Υπάρχουν σήμερα πολλοί αφελείς άνθρωποι, οι οποίοι έχουν την λαθεμένη εντύπωση πως στην Γη τα πάντα έχουν ανακαλυφθεί. Απατώνται οικτρά όμως. Πολλά είδη ζώων τα οποία δεν έχουν καταγραφεί απο τους επιστήμονες σαν διαφορετικά. Η αναγνώρισή τους στην φύση απαιτεί εξαιρετικά εκπαιδευμένο μάτι, αλλά και πάλι προσεγγιστικά. Οι επιστήμονες απο την άλλη υποψιάζονται την ύπαρξή τους, αλλά πιστοί στην ιδιότητά τους σαν επιστήμονες δεν ισχυρίζονται τίποτα χωρίς αποδείξεις, αποφεύγουν να ξεπέσουν σαν τους θεολόγους.
Απο έγκυρες πληροφορίες που έχω, στον μεγάλο επιστημονικό οργανισμό ΜΑSA, έχει ανακαλύφθεί ένα άλλο είδος σαλιγκαριού. Αυτό το είδος κανονικά σύχναζε στο παρελθόν μέσα στους πιο βρωμερούς και βαθείς υπονόμους ή πολλές φορές σε διάφορα ερημικά έλη, απο αυτά που έχουν μόνιμη ομίχλη πάνω στην επιφάνειά τους. Αυτοί οι σάλιαγκες, διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία απο τους κανονικούς, δεν χρειάζονται τόσο νερο και δεν έχουν καβούκι, μοιάζουν περισσότερο στους γύμνοσάλιαγκες.
Αυτή η νέα, για τα επιστημονικά δεδομένα, ράτσα σάλιαγκων, ονομάζεται σαΛιαγκόπουλος. Οι ξενόγλωσσοι ερευνητές για ακόμα μια φορά , αποδεχόμενοι τις αδυναμίες της γλώσσας τους, έκλεψαν έναν ΕΛ-ληνικό όρο, χρησιμοποιώντας τον στην βιολογία. Φαινομενικά ΕΛ-ληνική γλώσσα πάλι διέπρεψε, όμως η αλήθεια είναι άλλη. Στην σαρακοστή τέταρτη σελίδα των μυστικότατων μελετών οι οποίες διέρευσαν, καταλήγοντας στα έμπιστα χέρια μου, ξεκαθαρίζει πως η συντριπτική πλειοψηφία των σάλιαγκων αυτών κατοικεί στην Ελλάδα. Εδώ και πολλά χρόνια ζουν κρυμμένοι, ανάμεσά μας.
Οι σάλιαγκες αυτοί, άμεσοι απόγονοι των σαλιγκαριών, για λόγους προσαρμοστικότητας και επιβίωσης έχουν πάρει ανθρώπινη μορφή. Όμως αρκετές διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν. Ενώ το σώμα ενός μέσου ενήλικου ανθρώπου απαιτεί 2-3 λίτρα νερό ημερησίως, οι σαΛιαγκόπουλοι χρειάζονται γύρω στα 10, πριν προσαρμοστούν όμως έπιναν 100 λίτρα. Το δέρμα τους αν και οπτικά είναι ανθρώπινο, σε τυχόν επαφή με κάποια άλλη επιφάνεια αφήνει ένα κολλώδες υγρό, το οποίο όταν στεγνώσει γυαλίζει. Οι σαΛιάγκόπουλοι για να μην αποκαλύφθούν φοράνε συχνά μακριά ρούχα, για παράδειγμα μαύρα σακάκια και μακριά παντελόνια. Δεν πρόκειται ποτέ να δείτε σαΛιαγκόπουλο με κοντομάνικο και σορτσάκι, ούτε καν το καλοκαίρι.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η φωνή τους. Όπως το κολλώδες δέρμα τους, το ίδιο γλοιώδεις είναι οι ήχοι που βγάζουν. Σου τρυπάνε την ραχοκοκκαλιά, ανατριχιαστικοί σαν μια πόρτα που τρίζει στις 3 το πρωί, αντηχόντας σε όλη την γειτονιά. Για να πετύχουν τους σκοτεινούς σκοπούς τους πείθοντας κάποιον, πολλές φορές ανεβάζουν τους τόνους της ομιλίας τους, ο τσιριχτός τους ήχος γίνεται βροντερός, χειρονομούν γελοία, μιλάνε πιο βίαια απο το κανονικό, προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον συνομιλητή τους.Η ηχορύπανση αυτή, ξυπνάει μια αηδία στον άνθρωπο που μπορεί να το αντιληφθεί, δυστυχώς όμως δεν έχουν όλοι την δυνατότητα αυτή, χρειάζεται μια στοιχειώδης μόρφωση και κριτική ικανότητα. Όσοι άνθρωποι δεν χαρακτηρίζονται απο τα προηγούμενα, υπάρχει πιθανότητα να κολλήσουν όπως θα εξηγήσω παρακάτω.
Επίσης το ανθρώπινο DNA με αυτό του πιθήκου διαφοροποιείται κατά 1%. Στους σαΛιαγκόπουλους το DNA, συγκρινόμενο με αυτό των σαλιγκαριών είναι 100% ίδιο, απλά έχουν ανθρώπινη εμφάνιση. Ο εγκεφαλικός τους ιστός δεν αποτελείται απο ανθρώπινα κύτταρα φυσικά, αλλά απο σαλιγκαρίσιο κρέας, το οποίο περιβάλλεται απο το σιχαμερό υγρό που συναντάται στην επιφάνεια του δέρματός τους. Έτσι δεν μπορούνε να συζητήσουν όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι, συνήθως παραλληρούν, τα λόγια τους δεν χαρακτηρίζονται απο κάποια λογική συνοχή, επαναλαμβάνουν βαρύγδουπες φράσεις, σε τυχόν διαφωνία φωνάζουν, δεν ανέχονται διαφορετικές γνώμες, έστω και αν οι ίδιοι δεν εκφράζουν μια συγκεκριμένη γνώμη, αποδέχονται μόνο την συμφωνία, αποτρέπουν την διαφωνία.
Τέλος ιδιαίτερα περίεργες φαίνονται να είναι οι συνήθειες αναπαραγωγής τους. Το ερωτικό κάλεσμα του άλλου φύλου δεν μοιάζει με κανένα άλλο ον στο γήινο οικοσύστημα. Αποτελείται απο διάφορες ακαταλαβίστικες φράσεις όπως: πλανήτης Σείριος, τα χανεμπού, η Ελ αντιβαρύτητα και πάει λέγοντας. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτές τις άναρθρες κραυγές που ξεφωνίζουν για να προσελκύσουν οι αρσενικοί σαΛιαγκόπουλοι τους θηλυκούς σαΛιαγκόπουλους. Μάλιστα τα θηλυκά του είδους προτιμάνε αρσενικά που προσφωνούν τις περισσότερες και πιο περίεργες κραυγές, τα αρσενικά με μεγάλο ρεπερτόριο φράσεων θεωρούνται τα πιο αρρενωπά. Αυτή η μοναδική συμπεριφορά, εικάζεται πως έχει κληρονομηθεί απο συνήθειες πρωτόγονων σαΛιαγκόπουλων, πριν απο χιλιάδες χρόνια, απο τον "homo saLiagopoylos". Φήμες υποστηρίζουν πως το είδος δεν έχει παρουσιάσει σημάδια εξέλιξης απο τότε.
Εδώ τελειώνει περιληπτικά η μυστική επιστημονική μελέτη των επιστημόνων της MASA, με τα κυριότερα χαρακτηριστικά των σαΛιαγκόπουλων. Το μόνο που μένει ένα κεφάλαιο, με ένα τεράστιο, κόκκινο Χ όσο το μέγεθος της σελίδας για περιγραφή, μάλλον είναι ακατάλληλο για μικρά παιδιά. Για να συνεχίσετε να διαβάζετε απαραίτητη η γονική συναίνεση.
Σε αυτό το μυστικότατο κεφάλαιο, περιγράφει πως μπορεί ένας κανονικός, φυσιολογικός άνθρωπος να κολλήσει και να μεταμορφωθεί σε σαΛιαγκόπουλο. Η ψυχική ασθένεια αυτή, όπως περιγράφεται στις ερευνητικές σημειώσεις, προσβάλλει κυρίως μικρά παιδιά που δεν έχουν αναπτύξει ακόμα κρίση και πολύ μεγάλες ηλικίες που χαρακτηρίζονται απο ξεκούτιασμα. Όμως μπορεί το ίδιο εύκολα να κολλήσει και νέους ανθρώπους οι οποίοι είναι αμόρφωτοι, ενίοτε όμως και μορφωμένοι οι οποίοι δεν σκέφτονται περισσότερο απο ένα μανταρίνι. Το σοβαρότερο συμπτωμα αυτής της αρρώστιας, είναι η συνεχής αναπαραγωγή των ακατάληπτων φράσεων που χρησιμοποιούν οι σαΛιαγκόπουλοι. Δεν υπάρχει γιατρειά, σε λίγο καιρό θα αρχίσουν να πίνουν περισσότερο νερό για να μπορούνε να προφέρουν ολημερίς αυτά τα ακατανόητα λόγια, λόγω του ότι στεγνώνει η στοματική κοιλότητα, και όλο και περισσότερο νερό μέχρι που στο τέλος δεν θα φτάνει όσο και να πιούνε, με σίγουρη κατάληξη έναν οδυνηρό θάνατο.
Απο έγκυρες πληροφορίες που έχω, στον μεγάλο επιστημονικό οργανισμό ΜΑSA, έχει ανακαλύφθεί ένα άλλο είδος σαλιγκαριού. Αυτό το είδος κανονικά σύχναζε στο παρελθόν μέσα στους πιο βρωμερούς και βαθείς υπονόμους ή πολλές φορές σε διάφορα ερημικά έλη, απο αυτά που έχουν μόνιμη ομίχλη πάνω στην επιφάνειά τους. Αυτοί οι σάλιαγκες, διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία απο τους κανονικούς, δεν χρειάζονται τόσο νερο και δεν έχουν καβούκι, μοιάζουν περισσότερο στους γύμνοσάλιαγκες.
Αυτή η νέα, για τα επιστημονικά δεδομένα, ράτσα σάλιαγκων, ονομάζεται σαΛιαγκόπουλος. Οι ξενόγλωσσοι ερευνητές για ακόμα μια φορά , αποδεχόμενοι τις αδυναμίες της γλώσσας τους, έκλεψαν έναν ΕΛ-ληνικό όρο, χρησιμοποιώντας τον στην βιολογία. Φαινομενικά ΕΛ-ληνική γλώσσα πάλι διέπρεψε, όμως η αλήθεια είναι άλλη. Στην σαρακοστή τέταρτη σελίδα των μυστικότατων μελετών οι οποίες διέρευσαν, καταλήγοντας στα έμπιστα χέρια μου, ξεκαθαρίζει πως η συντριπτική πλειοψηφία των σάλιαγκων αυτών κατοικεί στην Ελλάδα. Εδώ και πολλά χρόνια ζουν κρυμμένοι, ανάμεσά μας.
Οι σάλιαγκες αυτοί, άμεσοι απόγονοι των σαλιγκαριών, για λόγους προσαρμοστικότητας και επιβίωσης έχουν πάρει ανθρώπινη μορφή. Όμως αρκετές διαφορές εξακολουθούν να υπάρχουν. Ενώ το σώμα ενός μέσου ενήλικου ανθρώπου απαιτεί 2-3 λίτρα νερό ημερησίως, οι σαΛιαγκόπουλοι χρειάζονται γύρω στα 10, πριν προσαρμοστούν όμως έπιναν 100 λίτρα. Το δέρμα τους αν και οπτικά είναι ανθρώπινο, σε τυχόν επαφή με κάποια άλλη επιφάνεια αφήνει ένα κολλώδες υγρό, το οποίο όταν στεγνώσει γυαλίζει. Οι σαΛιάγκόπουλοι για να μην αποκαλύφθούν φοράνε συχνά μακριά ρούχα, για παράδειγμα μαύρα σακάκια και μακριά παντελόνια. Δεν πρόκειται ποτέ να δείτε σαΛιαγκόπουλο με κοντομάνικο και σορτσάκι, ούτε καν το καλοκαίρι.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η φωνή τους. Όπως το κολλώδες δέρμα τους, το ίδιο γλοιώδεις είναι οι ήχοι που βγάζουν. Σου τρυπάνε την ραχοκοκκαλιά, ανατριχιαστικοί σαν μια πόρτα που τρίζει στις 3 το πρωί, αντηχόντας σε όλη την γειτονιά. Για να πετύχουν τους σκοτεινούς σκοπούς τους πείθοντας κάποιον, πολλές φορές ανεβάζουν τους τόνους της ομιλίας τους, ο τσιριχτός τους ήχος γίνεται βροντερός, χειρονομούν γελοία, μιλάνε πιο βίαια απο το κανονικό, προσπαθούν να τρομοκρατήσουν τον συνομιλητή τους.Η ηχορύπανση αυτή, ξυπνάει μια αηδία στον άνθρωπο που μπορεί να το αντιληφθεί, δυστυχώς όμως δεν έχουν όλοι την δυνατότητα αυτή, χρειάζεται μια στοιχειώδης μόρφωση και κριτική ικανότητα. Όσοι άνθρωποι δεν χαρακτηρίζονται απο τα προηγούμενα, υπάρχει πιθανότητα να κολλήσουν όπως θα εξηγήσω παρακάτω.
Επίσης το ανθρώπινο DNA με αυτό του πιθήκου διαφοροποιείται κατά 1%. Στους σαΛιαγκόπουλους το DNA, συγκρινόμενο με αυτό των σαλιγκαριών είναι 100% ίδιο, απλά έχουν ανθρώπινη εμφάνιση. Ο εγκεφαλικός τους ιστός δεν αποτελείται απο ανθρώπινα κύτταρα φυσικά, αλλά απο σαλιγκαρίσιο κρέας, το οποίο περιβάλλεται απο το σιχαμερό υγρό που συναντάται στην επιφάνεια του δέρματός τους. Έτσι δεν μπορούνε να συζητήσουν όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι, συνήθως παραλληρούν, τα λόγια τους δεν χαρακτηρίζονται απο κάποια λογική συνοχή, επαναλαμβάνουν βαρύγδουπες φράσεις, σε τυχόν διαφωνία φωνάζουν, δεν ανέχονται διαφορετικές γνώμες, έστω και αν οι ίδιοι δεν εκφράζουν μια συγκεκριμένη γνώμη, αποδέχονται μόνο την συμφωνία, αποτρέπουν την διαφωνία.
Τέλος ιδιαίτερα περίεργες φαίνονται να είναι οι συνήθειες αναπαραγωγής τους. Το ερωτικό κάλεσμα του άλλου φύλου δεν μοιάζει με κανένα άλλο ον στο γήινο οικοσύστημα. Αποτελείται απο διάφορες ακαταλαβίστικες φράσεις όπως: πλανήτης Σείριος, τα χανεμπού, η Ελ αντιβαρύτητα και πάει λέγοντας. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτές τις άναρθρες κραυγές που ξεφωνίζουν για να προσελκύσουν οι αρσενικοί σαΛιαγκόπουλοι τους θηλυκούς σαΛιαγκόπουλους. Μάλιστα τα θηλυκά του είδους προτιμάνε αρσενικά που προσφωνούν τις περισσότερες και πιο περίεργες κραυγές, τα αρσενικά με μεγάλο ρεπερτόριο φράσεων θεωρούνται τα πιο αρρενωπά. Αυτή η μοναδική συμπεριφορά, εικάζεται πως έχει κληρονομηθεί απο συνήθειες πρωτόγονων σαΛιαγκόπουλων, πριν απο χιλιάδες χρόνια, απο τον "homo saLiagopoylos". Φήμες υποστηρίζουν πως το είδος δεν έχει παρουσιάσει σημάδια εξέλιξης απο τότε.
Εδώ τελειώνει περιληπτικά η μυστική επιστημονική μελέτη των επιστημόνων της MASA, με τα κυριότερα χαρακτηριστικά των σαΛιαγκόπουλων. Το μόνο που μένει ένα κεφάλαιο, με ένα τεράστιο, κόκκινο Χ όσο το μέγεθος της σελίδας για περιγραφή, μάλλον είναι ακατάλληλο για μικρά παιδιά. Για να συνεχίσετε να διαβάζετε απαραίτητη η γονική συναίνεση.
Σε αυτό το μυστικότατο κεφάλαιο, περιγράφει πως μπορεί ένας κανονικός, φυσιολογικός άνθρωπος να κολλήσει και να μεταμορφωθεί σε σαΛιαγκόπουλο. Η ψυχική ασθένεια αυτή, όπως περιγράφεται στις ερευνητικές σημειώσεις, προσβάλλει κυρίως μικρά παιδιά που δεν έχουν αναπτύξει ακόμα κρίση και πολύ μεγάλες ηλικίες που χαρακτηρίζονται απο ξεκούτιασμα. Όμως μπορεί το ίδιο εύκολα να κολλήσει και νέους ανθρώπους οι οποίοι είναι αμόρφωτοι, ενίοτε όμως και μορφωμένοι οι οποίοι δεν σκέφτονται περισσότερο απο ένα μανταρίνι. Το σοβαρότερο συμπτωμα αυτής της αρρώστιας, είναι η συνεχής αναπαραγωγή των ακατάληπτων φράσεων που χρησιμοποιούν οι σαΛιαγκόπουλοι. Δεν υπάρχει γιατρειά, σε λίγο καιρό θα αρχίσουν να πίνουν περισσότερο νερό για να μπορούνε να προφέρουν ολημερίς αυτά τα ακατανόητα λόγια, λόγω του ότι στεγνώνει η στοματική κοιλότητα, και όλο και περισσότερο νερό μέχρι που στο τέλος δεν θα φτάνει όσο και να πιούνε, με σίγουρη κατάληξη έναν οδυνηρό θάνατο.
Παρασκευή 18 Μαΐου 2007
Η ελληνική κοινωνία, ένα τεράστιο βουνό απο σκατά!
Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι υποστηρίζουν, δικαίως, πως πρέπει να αλλάξει η κατάσταση στην Ελλάδα, να βρεθούνε επιτέλους κάποιοι ηγέτες, να τους ψηφίσουμε για να διορθώσουν επιτέλους τα λάθη στον δημόσιο βίο, αυτή η χώρα να πάει επιτέλους μπροστά.
Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την κρατική μηχανή λοιπόν με ένα βουνό, ένα μεγάλο βουνό. Αυτό το βουνό όμως δεν είναι σαν όλα τα υπόλοιπα, δεν αποτελείται απο χώμα. Θα μπορούσε εύκολα να αποτελείται απο σκατά. Θα μου πείτε τώρα, τι σκατά μας λες τώρα, μα δεν είναι ευχάριστο. Πότε όμως η πραγματικότητα κοιτώντας την με απόλυτα κριτική σκοπιά είναι ευχάριστη; Σπάνια. Απο σκατά αποτελείται λοιπόν ο κρατικός μηχανισμός και όχι μόνο, τα σκατά επεκτείνονται σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, στην Ελλάδα τουλάχιστον, επομένως όλοι μικροί μεγάλοι τα έχουμε δει,τα έχουμε μυρίσει, τα έχουμε γευτεί.
Εκτός απο τον σωρό απο κουράδες όμως υπάρχουν και πολλές μύγες καθισμένες πάνω του. Εάν προσπαθήσει κάποιος να πειράξει τον σωρό, οι μύγες τον προστατεύουν με όλη τους την ψυχή, γιατί απο αυτόν τρέφονται και αναπνέουν, αν χαθεί αυτός θα πρέπει να πετάνε μόνες τους, παρασέρνοντας τις ο αέρας, μέσα στην αβεβαιότητα, θα χάσουν την τωρινή τους σιγουριά. Επιτίθονται σε οποιονδήποτε ενοχλήσει το βουνό περιττώματα ή δημιουργήσει ρεύμα στον αέρα και φύγει λίγο η αγαπημένη τους μυρωδιά.
Υπάρχουν πολλών ειδών τέτοιες μύγες, αλλά οι κυριότερες είναι δύο ειδών, οι χρυσόμυγες και οι απλές, οικιακές μύγες, οι υπόλοιπες τοποθετούνται κάπου ανάμεσά σε αυτές. Οι οικιακές μύγες δραστηριοποιούνται όταν περνάει κανένας εγκληματίας με παπάκι και δυνατή εξάτμιση στον δρόμο δίπλα απο την σβουνιά, ενοχλώντας έτσι την γαλήνη τους πάνω στο σκατό. Οι μεγάλες όμως οι χρυσόμυγες αρχίζουν να πετάνε σαν δαιμονισμένες και να τσιμπάνε όταν γίνει μεγαλύτερη φασαρία, όπως μια θορυβώδης πορεία στον δρόμο, πατώντας στο μέτωπο των διαδηλωτών με τα πόδια γεμάτα ζεστό σκατό.
Στο βουνό αυτό με κουράδες, διακρίνονται με ευκολία τα μικρά καχεκτικά κουραδάκια, τα οποία βρίσκονται στους πρόποδες του βουνο, όσο ανεβαίνει κανείς μεγαλώνουν οι κουράδες, 300 μεγάλες, δυνατές, μυρωδάτες κουράδες κατοικούνε αγναντεύοντας στην κορυφή.
Αυτό το βουνό έχει την δυνατότητα για τρεις δυνατές αναταράξεις.
Η πρώτη εκδοχή και η πιο σπάνια, πραγματοποιείται όταν τοποθετούμε με προσοχή, ένα όμορφο,γυαλιστερό, δυνατό διαμάντι ικανό να κυβερνήσει όλο το βουνό με περισσή αυταπάρνηση, ζήλο και θάρρος, πάνω απο τις 300 μεγάλες, κορδωμένες κουράδες. Το διαμάντι θα λερωθεί λίγο απο τα σκατά, αλλά με τα πολλά θα καταφέρει να σταθεί όρθιο. Το διαμάντι προσπαθώντας να αλλάξει την σκατοκατάσταση, θα προσπαθήσει να κουνήσει λίγο τις διπλανές του κουράδες ή τουλάχιστον τις παραδιπλανές. Όμως οι κουράδες δεν έχουν την ίδια κατασκευή με το διαμάντι που έχει σταθερό σχήμα, αν προσπαθήσει κάποιος να τις σπρώξει, θα αλλάξουνε σχήμα θα παραμορφωθούνε, αλλά δεν θα κουνηθούν ούτε ίντσα. Έτσι το διαμάντι προσπαθώντας να κουνηθούνε οι κουράδες χάνει τον χρόνο του. Ο χρόνος όμως είναι εναντίον του, όσο περνάει ο καιρός το διαμάντι ή θα μεταμορφωθεί και αυτό σε ένα περήφανο περίττωμα απο την επιρροή των άλλων, ή θα βουλιάξει μέσα στα σκατά. Η μάζα των σκατών είναι πολύ πιο αραιή απο το βαρύ συμπαγές διαμάντι, μέχρι και στο νερό επιπλέουν. Σιγά σιγά το διαμάντι ακόμα και να παραμείνει ακέραιο, θα βουλιάζει μέσα στις βρωμερές κουράδες, μέχρι στο τέλος να το αφανίσουν πεθαίνοντας απο ασφυξία. Ξανά οι 300 καφέ κουράδες θα ξεγλιστρήσουν στην κορυφή.
Μια ακόμα εκδοχή λαμβάνει χώρα κάθε 4 χρόνια, έρχεται κάποιος που χαλάει την ησυχία του σωρού αυτού. Χώνει ένα φτυάρι βαθιά μέσα στον σωρό αυτό, ανακατεύοντάς τον. Έντονη δυσωδία πλημυρίζει τον χώρο απο το ανακάτεμα. Κάθε σκατούλα μικρή ή μεγάλη προσπαθεί να ξεφύγει απο το ανακάτεμα του φτυαριού, φωνάζει απεγνωσμένα, και αν πρέπει να το υποστεί τουλάχιστον να ανέβει στην ιεραχία των σκατών. Πολλές σκατούλες υποβαθμίζονται, μερικές μένουν απέξω απο το βουνό, αλλά ένα είναι το σίγουρο, οι πιο βρωμερές ανεβαίνουν.
Η τελευταία χαρακτήριζεται ως η πιο βίαια αλλαγή του βουνού, πρωταγωνιστούν τα μυρμήγκια, τα οποία κατοικούν στους πρόποδες του βουνού. Τα τιποτένια και άκακα μυρμήγκια, δεν αντέχουνε πλέον την βρώμα της αχανής σβουνιάς, η οποία στέκεται εμπόδιο σε οποιαδήποτε δραστηριότητά τους με το τεράστιο μέγεθός της, αντιδρώντας με επανάσταση. Τότε γίνεται χαμός, μυρμήγκια να παλεύουν με όλων των ειδών τις μύγες, πολλές νεκρές μύγες, άλλες πατικωμένες μέσα στο σκατό. Τα μυρμήγκια, εξουθενωμένα, στην προσπάθειά τους να ρίξουν τις μεγάλες κουράδες απο την κορυφή πεθαίνουν ανά δεκάδες, τα σκατά πέφτοντας πλακώνουν μυρμήγκια και μύγες. Στο τέλος πάντα νικάνε τα μυρμήγκια. Η μόνη διαφορά με την αρχή είναι πως λείπουνε οι μεγάλες κουράδες στην κορυφή, οι πιο βρωμερές απο τις άλλες σκατούλες, η μυρωδιά τους τελικά που ήταν η δύναμή τους, είναι και η αδυναμία τους. Η σβουνιά λοιπόν παραμένει ίδια και απαράλλαχτη, αλλάζει μόνο η κορυφή, η οποία πια έχει πιο μικρές κουράδες, μερικά μυρμήγκια, μπορεί και μερικές μύγες. Δυστυχώς όμως, μετά απο λίγο καιρό απο την πίεση των αποκάτω σκατών η κορυφή θα έχει πάλι κουράδες. Το μυρμήγκια το μόνο που κατάφεραν ήταν μια τρύπα στο σκατο. Και άντε πάλι απο την αρχή.
Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την κρατική μηχανή λοιπόν με ένα βουνό, ένα μεγάλο βουνό. Αυτό το βουνό όμως δεν είναι σαν όλα τα υπόλοιπα, δεν αποτελείται απο χώμα. Θα μπορούσε εύκολα να αποτελείται απο σκατά. Θα μου πείτε τώρα, τι σκατά μας λες τώρα, μα δεν είναι ευχάριστο. Πότε όμως η πραγματικότητα κοιτώντας την με απόλυτα κριτική σκοπιά είναι ευχάριστη; Σπάνια. Απο σκατά αποτελείται λοιπόν ο κρατικός μηχανισμός και όχι μόνο, τα σκατά επεκτείνονται σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, στην Ελλάδα τουλάχιστον, επομένως όλοι μικροί μεγάλοι τα έχουμε δει,τα έχουμε μυρίσει, τα έχουμε γευτεί.
Εκτός απο τον σωρό απο κουράδες όμως υπάρχουν και πολλές μύγες καθισμένες πάνω του. Εάν προσπαθήσει κάποιος να πειράξει τον σωρό, οι μύγες τον προστατεύουν με όλη τους την ψυχή, γιατί απο αυτόν τρέφονται και αναπνέουν, αν χαθεί αυτός θα πρέπει να πετάνε μόνες τους, παρασέρνοντας τις ο αέρας, μέσα στην αβεβαιότητα, θα χάσουν την τωρινή τους σιγουριά. Επιτίθονται σε οποιονδήποτε ενοχλήσει το βουνό περιττώματα ή δημιουργήσει ρεύμα στον αέρα και φύγει λίγο η αγαπημένη τους μυρωδιά.
Υπάρχουν πολλών ειδών τέτοιες μύγες, αλλά οι κυριότερες είναι δύο ειδών, οι χρυσόμυγες και οι απλές, οικιακές μύγες, οι υπόλοιπες τοποθετούνται κάπου ανάμεσά σε αυτές. Οι οικιακές μύγες δραστηριοποιούνται όταν περνάει κανένας εγκληματίας με παπάκι και δυνατή εξάτμιση στον δρόμο δίπλα απο την σβουνιά, ενοχλώντας έτσι την γαλήνη τους πάνω στο σκατό. Οι μεγάλες όμως οι χρυσόμυγες αρχίζουν να πετάνε σαν δαιμονισμένες και να τσιμπάνε όταν γίνει μεγαλύτερη φασαρία, όπως μια θορυβώδης πορεία στον δρόμο, πατώντας στο μέτωπο των διαδηλωτών με τα πόδια γεμάτα ζεστό σκατό.
Στο βουνό αυτό με κουράδες, διακρίνονται με ευκολία τα μικρά καχεκτικά κουραδάκια, τα οποία βρίσκονται στους πρόποδες του βουνο, όσο ανεβαίνει κανείς μεγαλώνουν οι κουράδες, 300 μεγάλες, δυνατές, μυρωδάτες κουράδες κατοικούνε αγναντεύοντας στην κορυφή.
Αυτό το βουνό έχει την δυνατότητα για τρεις δυνατές αναταράξεις.
Η πρώτη εκδοχή και η πιο σπάνια, πραγματοποιείται όταν τοποθετούμε με προσοχή, ένα όμορφο,γυαλιστερό, δυνατό διαμάντι ικανό να κυβερνήσει όλο το βουνό με περισσή αυταπάρνηση, ζήλο και θάρρος, πάνω απο τις 300 μεγάλες, κορδωμένες κουράδες. Το διαμάντι θα λερωθεί λίγο απο τα σκατά, αλλά με τα πολλά θα καταφέρει να σταθεί όρθιο. Το διαμάντι προσπαθώντας να αλλάξει την σκατοκατάσταση, θα προσπαθήσει να κουνήσει λίγο τις διπλανές του κουράδες ή τουλάχιστον τις παραδιπλανές. Όμως οι κουράδες δεν έχουν την ίδια κατασκευή με το διαμάντι που έχει σταθερό σχήμα, αν προσπαθήσει κάποιος να τις σπρώξει, θα αλλάξουνε σχήμα θα παραμορφωθούνε, αλλά δεν θα κουνηθούν ούτε ίντσα. Έτσι το διαμάντι προσπαθώντας να κουνηθούνε οι κουράδες χάνει τον χρόνο του. Ο χρόνος όμως είναι εναντίον του, όσο περνάει ο καιρός το διαμάντι ή θα μεταμορφωθεί και αυτό σε ένα περήφανο περίττωμα απο την επιρροή των άλλων, ή θα βουλιάξει μέσα στα σκατά. Η μάζα των σκατών είναι πολύ πιο αραιή απο το βαρύ συμπαγές διαμάντι, μέχρι και στο νερό επιπλέουν. Σιγά σιγά το διαμάντι ακόμα και να παραμείνει ακέραιο, θα βουλιάζει μέσα στις βρωμερές κουράδες, μέχρι στο τέλος να το αφανίσουν πεθαίνοντας απο ασφυξία. Ξανά οι 300 καφέ κουράδες θα ξεγλιστρήσουν στην κορυφή.
Μια ακόμα εκδοχή λαμβάνει χώρα κάθε 4 χρόνια, έρχεται κάποιος που χαλάει την ησυχία του σωρού αυτού. Χώνει ένα φτυάρι βαθιά μέσα στον σωρό αυτό, ανακατεύοντάς τον. Έντονη δυσωδία πλημυρίζει τον χώρο απο το ανακάτεμα. Κάθε σκατούλα μικρή ή μεγάλη προσπαθεί να ξεφύγει απο το ανακάτεμα του φτυαριού, φωνάζει απεγνωσμένα, και αν πρέπει να το υποστεί τουλάχιστον να ανέβει στην ιεραχία των σκατών. Πολλές σκατούλες υποβαθμίζονται, μερικές μένουν απέξω απο το βουνό, αλλά ένα είναι το σίγουρο, οι πιο βρωμερές ανεβαίνουν.
Η τελευταία χαρακτήριζεται ως η πιο βίαια αλλαγή του βουνού, πρωταγωνιστούν τα μυρμήγκια, τα οποία κατοικούν στους πρόποδες του βουνού. Τα τιποτένια και άκακα μυρμήγκια, δεν αντέχουνε πλέον την βρώμα της αχανής σβουνιάς, η οποία στέκεται εμπόδιο σε οποιαδήποτε δραστηριότητά τους με το τεράστιο μέγεθός της, αντιδρώντας με επανάσταση. Τότε γίνεται χαμός, μυρμήγκια να παλεύουν με όλων των ειδών τις μύγες, πολλές νεκρές μύγες, άλλες πατικωμένες μέσα στο σκατό. Τα μυρμήγκια, εξουθενωμένα, στην προσπάθειά τους να ρίξουν τις μεγάλες κουράδες απο την κορυφή πεθαίνουν ανά δεκάδες, τα σκατά πέφτοντας πλακώνουν μυρμήγκια και μύγες. Στο τέλος πάντα νικάνε τα μυρμήγκια. Η μόνη διαφορά με την αρχή είναι πως λείπουνε οι μεγάλες κουράδες στην κορυφή, οι πιο βρωμερές απο τις άλλες σκατούλες, η μυρωδιά τους τελικά που ήταν η δύναμή τους, είναι και η αδυναμία τους. Η σβουνιά λοιπόν παραμένει ίδια και απαράλλαχτη, αλλάζει μόνο η κορυφή, η οποία πια έχει πιο μικρές κουράδες, μερικά μυρμήγκια, μπορεί και μερικές μύγες. Δυστυχώς όμως, μετά απο λίγο καιρό απο την πίεση των αποκάτω σκατών η κορυφή θα έχει πάλι κουράδες. Το μυρμήγκια το μόνο που κατάφεραν ήταν μια τρύπα στο σκατο. Και άντε πάλι απο την αρχή.
Τετάρτη 16 Μαΐου 2007
Ο σκοταδιστικός αγώνας των ΜΜΕ εναντίον του διαδικτύου
Πριν απο μία με δύο χιλιετίες οι Απάτσι δεν είχαν ανακαλύψει ακόμα την φωτιά. Έρχεται μια μεγάλη μέρα όμως που ο ινδιάνος "Διαδικτυακό τσουτσούνι" ρίχνει καταλάθος μια πέτρα πάνω σε μια άλλη, πετάγεται μια σπίθα αρπάζοντας φωτιά το στοιβαγμένο άχυρο που υπήρχε δίπλα. Παρατηρώντας την φωτιά στην αρχή ένιωσε ενστικτωδώς τον ίδιο ζωώδες φόβο όπως όταν πέφτει ένας κεραυνός μια σκοτεινή βροχερή νύχτα. Δεν αντίδρασε άμεσα, απλά παρακολουθούσε την συμπεριφορά της. Παραξενεμένος είδε πως το κρέας απο ένα ελάφι που έγδαρε νωρίτερα, το οποίο ήταν δίπλα στην φωτιά άλλαζε σιγά σιγά, χρωματιζόταν πιο σκούρο. Όταν η φωτιά σίγασε έπιασε το μαυρισμένο μπούτι του ελαφιού, το δάγκωσε δοκιμάζοντας μια εντελώς πρωτόγνωρη αίσθηση, πολύ πιο γευστική απο το ωμό κρέας. Έτρεξε αμέσως στην φυλή να δείξει την ανακάλυψή του στους σοφούς γέροντες.
Οι σοφοί γέροντες αριθμούντουσαν γύρω στους δέκα. Οι κυριότεροι ήταν ο "Ελεύθερος ίππος" , ο "ΜαρEGA" και ο "Ένα μυρμήγκι" γνωστός ως και "ΑΝΤ1". Αυτοί οι σοφοί γέροντες λοιπόν, ήταν περίπου οι αρχηγοί της φυλής, οι γνώμες τους μετρούσαν παραπάνω απο όσο ενός νέου κυνηγού, επηρεάζαν τους υπόλοιπους με καθοριστικό τρόπο. Είναι γνωστό άλλωστε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης πως οι γεροντότεροι που κουβαλάνε περισσότερες εμπειρίες απο τους νέους έχουνε πάντα δίκιο. Ενθουσιασμένος ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης" περιέγραψε την φωτιά που είδε πριν στα άχυρα, τον τρόπο που δημιουργήθηκε και τα αποτελέσματά της στο κρέας δίνοντας τους να δοκιμάσουν απο το ψημένο πλέον κρέας.
Οι γέροντες όμως μέσα στην απέραντη σοφία τους κουβαλούσαν και πολλά στερεότυπα και συντηρητισμούς. Ενθουσιάστηκαν μεν απο την μοναδική γεύση του ψημένου ελαφιού, αλλά φοβήθηκαν απο την δύναμη της φωτιάς βλέποντας το καμμένο άχυρο. Επίσης φοβήθηκαν ενστικτωδώς τις κοινωνικές επιπτώσεις στην φυλή τους, και πόσο μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η φυλή την εξουσία τους, γιατί εφόσον ο νέος, ο μικρός και άπειρος "Διαδικτυακός τσουτσούνης" ανακάλυψε κάτι που αυτοί δεν ξέρουν τότε αυτός είναι πιο σοφός απο τους ίδιους. Αν οι νέοι έχουνε ισότιμη γνώμη με τους μεγαλύτερους τότε πάει θα καταστρεφόταν η φυλή. Ακόμα εάν έπαυαν να είναι αρχηγοί δεν θα μπορούσαν να απολάυσουν μόνο αυτοί την "πίπα της Ειρήνης" όταν συνάπταν συμφωνία με κάποια γειτονική φυλή, θα είχαν δικαίωμα και άλλοι απο την φυλή να την απολαύσουν, αυτό όμως ήταν ανεπίτρεπτο. Αυτή η πίπα για να έχει μείνει μέχρι τις μέρες μας φανταστείτε πόσο καλή ήταν.
Συνεδρίασαν λοιπόν για να συζητήσουν για αυτή την ανακάλυψη αυτού του νέου. Ο "Ένα μυρμήγκι" μονοπώλησε όλη την συζήτηση αυτού του συμβουλίου, όπως πάντα άλλωστε, ήξερε να πείθει τους υπόλοιπους, και συμφωνόντας οι γέροντες μεταξύ τους αποφάσισαν πως αυτό το πράγμα, η φωτιά, δεν ήταν καλό για την φυλή. Ανακοινώνοντας την απόφασή τους στην φυλή οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν με πλήρη αδιαφορία, όπως πάντα ο λαός δεν ενδιαφέρεται και πολύ για τα κοινά, αρκεί να βγάζει τα προς τα ζειν. Ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης" όμως έμεινε άφωνος.
Φυσικά δεν έκατσε άπραγος παρά την ενδεχόμενη τιμωρία, αρνήθηκε να απορρίψει έτσι την φωτιά, το ήξερε πως παρέχει πολλές δυνατότητες για το μέλλον, για την περαιτέρω ανάπτυξη της φυλής. Την επόμενη μέρα βγήκε και σκότωσε 2 μεγάλα ελάφια, ξαναάναψε φωτιά χτυπώντας τις πέτρες μεταξύ τους έψησε το κρέας και πήγε και το έδωσε σε ανθρώπους της φυλής του. Όσοι δοκίμασαν απο αυτό το νέο είδος κρέατος δεν θέλησαν να ξαναδοκιμάσουν απο το ωμό. Μόλις το έμαθαν οι σοφοί γέροντες καταδίκασαν σε εξορία τον "Διαδικτυακό τσουτσούνι" στις ανατολικές όχθες του ποταμού, προκειμένου να συμμορφωθεί. Πάλι δεν μίλησε κανένας απο την υπόλοιπη φυλή, δεν είχαν το θάρρος να αντιμιλήσουν στους συνετούς γέροντες, ακόμα και αν ξέρουν πως πιθανότατα είχαν άδικο.
Οι γέροντες ξεκίνησαν σε αυτό το διάστημα προπαγανδιστικό αγώνα εναντίον "Διαδικτυακού τσουτσουνιού",υποστηρίζοντας η φωτιά είναι αντιθειστική, πως σκοτώνει τα πνεύματα των νεκρών που αιωρούνται πάνω απο το δάσος, μέσα στο βουητό των εντόμων, ο μεγάλος Μάνιτου ο θεός τους δεν το θέλει. Αμαύρωναν το όνομα του χωρίς οποιαδήποτε ντροπή, συκοφαντούσαν την φωτιά με τον χειρότερο τρόπο.
Εγκαταστάθηκε λοιπόν στην όχθη του ποταμού τελειοποιώντας την τέχνη του στην φωτιά ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης", μαθαίνοντας πως να την κρατάει ζωντανή για πολύ ώρα ψήνοντας καλύτερα το κρέας. Ένιωσε την επίσης την ζεστασιά της φλόγας το βράδυ που έκανε κρύο. Βρήκε τα σχήματα που κάνει ο καπνός και τρόπους για αυτοσχέδια σχήματα, με δυνατότητα για απομακρυσμένη επικοινωνία, με συνεχή εξάσκηση κατάφερε να ελέγχει ακριβώς τα επιθυμητά σχήματα του καπνού με ένα χαλί που κουνούσε απο πάνω της, φτιάχνοντας ένα δικό του οπτικό αλφάβητο.
Τα μέλη της φυλής άρχισαν να τον επισκέπτονται γοητευμένοι απο τα επιτεύγματά του, τους κερνούσε ζεστό ψημένο κρέας, τους έμαθε να επικοινωνούν μεταξύ τους με σήματα καπνού προχωρόντας έτσι τον πολιτισμό τους λίγο πιο μπροστά απο όσο τον ήθελαν οι σκοταδιστές γέροντες, κυβερνώντας οι νεότεροι πια και όχι οι γέροι. Τα μέλη της φυλής άρχισαν να παρατάνε την παραδοσιακή φυλή μετακομίζοντας μαζί με το "διαδικτυακό τσουτσούνι", μέχρι και η Ειρήνη με την πίπα της έφυγε. Παρόλες τις προσπάθειες των "σοφών", με εισαγωγικά πλέον, γερόντων να συκοφαντήσουν τον νέο για να μην χάσουν την άδικη και άχρηστη εξουσία τους τελικά το ανθρώπινο πνεύμα που αναζητάει εκ φύσεως τον πολιτισμό κατανόησε ποιο είναι το σωστό. Τελικά το "Ένα μυρμήγκι" ο "Ελεύθερος ίππος" και η "ΜαρEGA" έμειναν μόνοι τους στο παλιό χωριό, να ασκούνε την εξουσία τους στο δάπεδο, αμετανόητα εμπόδια μπροστά στην πρόοδο.
--------
Αφιερωμένο εξαιρετικά στα ΜΜΕ και στον αγώνα εναντίον του Ιντερνετ, έχε γεια γερασμένες κουφάλες τα ψωμιά σας τελειώνουν.
Οι σοφοί γέροντες αριθμούντουσαν γύρω στους δέκα. Οι κυριότεροι ήταν ο "Ελεύθερος ίππος" , ο "ΜαρEGA" και ο "Ένα μυρμήγκι" γνωστός ως και "ΑΝΤ1". Αυτοί οι σοφοί γέροντες λοιπόν, ήταν περίπου οι αρχηγοί της φυλής, οι γνώμες τους μετρούσαν παραπάνω απο όσο ενός νέου κυνηγού, επηρεάζαν τους υπόλοιπους με καθοριστικό τρόπο. Είναι γνωστό άλλωστε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης πως οι γεροντότεροι που κουβαλάνε περισσότερες εμπειρίες απο τους νέους έχουνε πάντα δίκιο. Ενθουσιασμένος ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης" περιέγραψε την φωτιά που είδε πριν στα άχυρα, τον τρόπο που δημιουργήθηκε και τα αποτελέσματά της στο κρέας δίνοντας τους να δοκιμάσουν απο το ψημένο πλέον κρέας.
Οι γέροντες όμως μέσα στην απέραντη σοφία τους κουβαλούσαν και πολλά στερεότυπα και συντηρητισμούς. Ενθουσιάστηκαν μεν απο την μοναδική γεύση του ψημένου ελαφιού, αλλά φοβήθηκαν απο την δύναμη της φωτιάς βλέποντας το καμμένο άχυρο. Επίσης φοβήθηκαν ενστικτωδώς τις κοινωνικές επιπτώσεις στην φυλή τους, και πόσο μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η φυλή την εξουσία τους, γιατί εφόσον ο νέος, ο μικρός και άπειρος "Διαδικτυακός τσουτσούνης" ανακάλυψε κάτι που αυτοί δεν ξέρουν τότε αυτός είναι πιο σοφός απο τους ίδιους. Αν οι νέοι έχουνε ισότιμη γνώμη με τους μεγαλύτερους τότε πάει θα καταστρεφόταν η φυλή. Ακόμα εάν έπαυαν να είναι αρχηγοί δεν θα μπορούσαν να απολάυσουν μόνο αυτοί την "πίπα της Ειρήνης" όταν συνάπταν συμφωνία με κάποια γειτονική φυλή, θα είχαν δικαίωμα και άλλοι απο την φυλή να την απολαύσουν, αυτό όμως ήταν ανεπίτρεπτο. Αυτή η πίπα για να έχει μείνει μέχρι τις μέρες μας φανταστείτε πόσο καλή ήταν.
Συνεδρίασαν λοιπόν για να συζητήσουν για αυτή την ανακάλυψη αυτού του νέου. Ο "Ένα μυρμήγκι" μονοπώλησε όλη την συζήτηση αυτού του συμβουλίου, όπως πάντα άλλωστε, ήξερε να πείθει τους υπόλοιπους, και συμφωνόντας οι γέροντες μεταξύ τους αποφάσισαν πως αυτό το πράγμα, η φωτιά, δεν ήταν καλό για την φυλή. Ανακοινώνοντας την απόφασή τους στην φυλή οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν με πλήρη αδιαφορία, όπως πάντα ο λαός δεν ενδιαφέρεται και πολύ για τα κοινά, αρκεί να βγάζει τα προς τα ζειν. Ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης" όμως έμεινε άφωνος.
Φυσικά δεν έκατσε άπραγος παρά την ενδεχόμενη τιμωρία, αρνήθηκε να απορρίψει έτσι την φωτιά, το ήξερε πως παρέχει πολλές δυνατότητες για το μέλλον, για την περαιτέρω ανάπτυξη της φυλής. Την επόμενη μέρα βγήκε και σκότωσε 2 μεγάλα ελάφια, ξαναάναψε φωτιά χτυπώντας τις πέτρες μεταξύ τους έψησε το κρέας και πήγε και το έδωσε σε ανθρώπους της φυλής του. Όσοι δοκίμασαν απο αυτό το νέο είδος κρέατος δεν θέλησαν να ξαναδοκιμάσουν απο το ωμό. Μόλις το έμαθαν οι σοφοί γέροντες καταδίκασαν σε εξορία τον "Διαδικτυακό τσουτσούνι" στις ανατολικές όχθες του ποταμού, προκειμένου να συμμορφωθεί. Πάλι δεν μίλησε κανένας απο την υπόλοιπη φυλή, δεν είχαν το θάρρος να αντιμιλήσουν στους συνετούς γέροντες, ακόμα και αν ξέρουν πως πιθανότατα είχαν άδικο.
Οι γέροντες ξεκίνησαν σε αυτό το διάστημα προπαγανδιστικό αγώνα εναντίον "Διαδικτυακού τσουτσουνιού",υποστηρίζοντας η φωτιά είναι αντιθειστική, πως σκοτώνει τα πνεύματα των νεκρών που αιωρούνται πάνω απο το δάσος, μέσα στο βουητό των εντόμων, ο μεγάλος Μάνιτου ο θεός τους δεν το θέλει. Αμαύρωναν το όνομα του χωρίς οποιαδήποτε ντροπή, συκοφαντούσαν την φωτιά με τον χειρότερο τρόπο.
Εγκαταστάθηκε λοιπόν στην όχθη του ποταμού τελειοποιώντας την τέχνη του στην φωτιά ο "Διαδικτυακός τσουτσούνης", μαθαίνοντας πως να την κρατάει ζωντανή για πολύ ώρα ψήνοντας καλύτερα το κρέας. Ένιωσε την επίσης την ζεστασιά της φλόγας το βράδυ που έκανε κρύο. Βρήκε τα σχήματα που κάνει ο καπνός και τρόπους για αυτοσχέδια σχήματα, με δυνατότητα για απομακρυσμένη επικοινωνία, με συνεχή εξάσκηση κατάφερε να ελέγχει ακριβώς τα επιθυμητά σχήματα του καπνού με ένα χαλί που κουνούσε απο πάνω της, φτιάχνοντας ένα δικό του οπτικό αλφάβητο.
Τα μέλη της φυλής άρχισαν να τον επισκέπτονται γοητευμένοι απο τα επιτεύγματά του, τους κερνούσε ζεστό ψημένο κρέας, τους έμαθε να επικοινωνούν μεταξύ τους με σήματα καπνού προχωρόντας έτσι τον πολιτισμό τους λίγο πιο μπροστά απο όσο τον ήθελαν οι σκοταδιστές γέροντες, κυβερνώντας οι νεότεροι πια και όχι οι γέροι. Τα μέλη της φυλής άρχισαν να παρατάνε την παραδοσιακή φυλή μετακομίζοντας μαζί με το "διαδικτυακό τσουτσούνι", μέχρι και η Ειρήνη με την πίπα της έφυγε. Παρόλες τις προσπάθειες των "σοφών", με εισαγωγικά πλέον, γερόντων να συκοφαντήσουν τον νέο για να μην χάσουν την άδικη και άχρηστη εξουσία τους τελικά το ανθρώπινο πνεύμα που αναζητάει εκ φύσεως τον πολιτισμό κατανόησε ποιο είναι το σωστό. Τελικά το "Ένα μυρμήγκι" ο "Ελεύθερος ίππος" και η "ΜαρEGA" έμειναν μόνοι τους στο παλιό χωριό, να ασκούνε την εξουσία τους στο δάπεδο, αμετανόητα εμπόδια μπροστά στην πρόοδο.
--------
Αφιερωμένο εξαιρετικά στα ΜΜΕ και στον αγώνα εναντίον του Ιντερνετ, έχε γεια γερασμένες κουφάλες τα ψωμιά σας τελειώνουν.
Δευτέρα 14 Μαΐου 2007
Η Αννίτα Πάνια απο τα μάτια μιας κάμερας σε ένα μαγειρείο.
Πόσο η τηλεοπτική εκπομπή Αυπνίες μοιάζει με θέαμα σε ένα μαγειρείο παρακολουθούμενο απο κάμερες. Παίρνοντας σαν αφορμή ένα post του elawyer.
Ο μάγειρας παίρνει την παραγγελία απο τον σερβιτόρο, την κοιτά καλά καλά για να είναι σίγουρος πως θα την θυμάται.Ξεκινάει να την ετοιμάζει βρίζοντας με μουρμουρητά, χωρίς να κουνάει τα χείλη του για να μην το πιάνει η κάμερα, για τους κωλοπελάτες που ήρθαν μεσημεριάτικα. Τι να κάνει όμως υπακούει, αυτή είναι η δουλειά του. Σκέφτεται καμία φορά μάλιστα σφίγκοντας τα χείλια πόσο λάθος είναι ο ορισμός δουλειά για αυτές τις ώρες που κάθεται στο μαγαζί και τον μισθό του 400 ευρώ τον μήνα για πλήρες μεροκάματο. Σκέφτεται ακόμα πως θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται δουλεία αντί για δουλειά, ένα τόνο αλλάζει και μπαίνουν όλα στην θέση τους. Αναρωτιόταν συχνά με την αφέλεια που μόνο ένα αγράμματο θα χαρακτήριζε πως όλα στην ζωή θα ορίζοταν σωστά αλλάζοντας απλώς τους τόνους.
Χύνει και το λάδι στα τηγάνια, ανακαλύπτοντας πως το λάδι έχει χρώμα λαδί, νάτοι πάλι οι τόνοι, όλα θέμα τόνων είναι.Βάζει 2 τηγάνια σε 2 διπλανά μάτια και αρχίζει να τηγανίζει την τηγΑνίτα στο ένα και τους λουκουμάδες στο άλλο. Παρατηρεί πόσο περήφανη στέκεται η τηγΑνίτα στο ένα τηγάνι και πόσο άθλιοι και τιποτένιοι οι λουκουμάδες στο άλλο τηγάνι. Όσο περισσότερο τους κοιτάει τόσο και πιο γελοίοι του φαίνονται, αναρωτιέται πως δεν το είχε ξαναπαρατηρήσει. Ίσως για τον λόγο πως ήταν δίπλα στην όμορφη και γευστική τηγΑνίτα κάνοντας την διαφορά. Όταν μάλιστα άρχισαν οι λουκουμάδες να χοροπηδάνε, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, χορεύοντας έναν ανορθόδοξο χορο λόγω του καυτού λαδιού γίνανε ακόμα πιο αξιολύπητοι, άρχισε να τον κυριεύει μια ανεξήγητη απελπισία. Σαν να μην έφτανε αυτό και οι πελάτες παρακολουθούσαν τους λουκουμάδες απο τις κάμερες και άρχισαν να γελάνε, κάποιοι απο αυτούς σιγά σιγά διακριτικά μην τους παρεξηγήσει κανένας και άλλοι όσο πιο τρανταχτα άντεχε η φωνή τους. Δεν κατανοούσε καθόλου που το έβρισκαν το αστείο αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι παρά να τους ανεχτεί.
Δεν ήθελε να κοιτάει του χοντρούς κενούς λουκουμάδες καθόλου, θα έχωνε το κεφάλι του στο πάτωμα σαν τις στρουθοκάμηλους αν μπορούσε. Όσο ο θόρυβος που έκανε το λάδι μεγάλωνε, ανεβάζοντας θερμοκρασία, τόσο πιο δυνατά ξεκαρδιζόντουσαν οι πελάτες. Η τηγΑνίτα άρχισε να του φαίνεται πως χαμογελούσε σε αυτήν την κατάντια των λουκουμάδων, και μάλιστα πως τους παρότρυνε να συνεχίσουν, "Μπα σκέφτηκε, απο την κούραση θα είναι αυτές οι φαντασίες". Η διασκέδαση αυτή των πελατών φάνταζε αδικαιολόγητη, στα μάτια του, πως μπορεί κάτι που πρέπει να φέρνει απελπισία ή τουλάχιστον απάθεια να υπάρχουν άνθρωποι που γελάνε. Η τηγΑνίτα μάλιστα, επειδή απορόφησαν την προσοχή του οι λουκουμάδες, έκανε δίπλες πάλι, "Πάλι η τηγΑνίτα Πάνιασε" είπε απο μέσα του, απογοητευμένος. Του φάνηκε πως λόγω αυτών των ραγάδων σχηματίστηκε πραγματικά ένα ειρωνικό ανθρώπινο χαμόγελο και δύο τελείες πάνω σαν μάτια, τα οποία κοιτούσαν κοροιδευτικά τους λουκουμάδες. Ένα δέος τον κυρίευσε απο αυτή την ανθρωπινη μεταμόρφωση της τηγΑνίτας ταυτόχρονα με μια αηδία απο τους παχύσαρκους, κακάσχημους λουκουμάδες. Τα γέλια απο τους πελάτες πλέον είναι μια συνοδεία στην βαβούρα του λαδιού που καίει τους άγαρμπους χορευτές λουκουμάδες σχήματίζοντας ένα μοναδικό κράμα ανθρώπινης βλακείας η οποία ενισχύει την ηχορύπανση. Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό έτσι χωρίς λόγο, ένας φίλος του, ο Παρασκευάς.
"Ουφ έτοιμα όλα" είπε, ξεφορτώνοντας ένα βάρος απο μέσα του, παραδίνοντας στα στον σερβιτόρο να σερβίρει στην θορυβώδη πελατεία. Οι πελάτες μην δείχνοντας το παραμικρό έλεος στο αντικείμενο του γέλιου τους τα τελευταία δέκα λεπτά, τους καταβρόχθισαν κόβοντας τους στην μέση και πασαλείβοντας τους στο μέλι. Το ίδιο έκαναν και στην περήφανη ανθρωπόμορφη τηγΑνίτα, με άμετρη ασέβεια η οποία άγγιζε τα όρια της ιεροσυλίας.
Ο μάγειρας παίρνει την παραγγελία απο τον σερβιτόρο, την κοιτά καλά καλά για να είναι σίγουρος πως θα την θυμάται.Ξεκινάει να την ετοιμάζει βρίζοντας με μουρμουρητά, χωρίς να κουνάει τα χείλη του για να μην το πιάνει η κάμερα, για τους κωλοπελάτες που ήρθαν μεσημεριάτικα. Τι να κάνει όμως υπακούει, αυτή είναι η δουλειά του. Σκέφτεται καμία φορά μάλιστα σφίγκοντας τα χείλια πόσο λάθος είναι ο ορισμός δουλειά για αυτές τις ώρες που κάθεται στο μαγαζί και τον μισθό του 400 ευρώ τον μήνα για πλήρες μεροκάματο. Σκέφτεται ακόμα πως θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται δουλεία αντί για δουλειά, ένα τόνο αλλάζει και μπαίνουν όλα στην θέση τους. Αναρωτιόταν συχνά με την αφέλεια που μόνο ένα αγράμματο θα χαρακτήριζε πως όλα στην ζωή θα ορίζοταν σωστά αλλάζοντας απλώς τους τόνους.
Χύνει και το λάδι στα τηγάνια, ανακαλύπτοντας πως το λάδι έχει χρώμα λαδί, νάτοι πάλι οι τόνοι, όλα θέμα τόνων είναι.Βάζει 2 τηγάνια σε 2 διπλανά μάτια και αρχίζει να τηγανίζει την τηγΑνίτα στο ένα και τους λουκουμάδες στο άλλο. Παρατηρεί πόσο περήφανη στέκεται η τηγΑνίτα στο ένα τηγάνι και πόσο άθλιοι και τιποτένιοι οι λουκουμάδες στο άλλο τηγάνι. Όσο περισσότερο τους κοιτάει τόσο και πιο γελοίοι του φαίνονται, αναρωτιέται πως δεν το είχε ξαναπαρατηρήσει. Ίσως για τον λόγο πως ήταν δίπλα στην όμορφη και γευστική τηγΑνίτα κάνοντας την διαφορά. Όταν μάλιστα άρχισαν οι λουκουμάδες να χοροπηδάνε, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, χορεύοντας έναν ανορθόδοξο χορο λόγω του καυτού λαδιού γίνανε ακόμα πιο αξιολύπητοι, άρχισε να τον κυριεύει μια ανεξήγητη απελπισία. Σαν να μην έφτανε αυτό και οι πελάτες παρακολουθούσαν τους λουκουμάδες απο τις κάμερες και άρχισαν να γελάνε, κάποιοι απο αυτούς σιγά σιγά διακριτικά μην τους παρεξηγήσει κανένας και άλλοι όσο πιο τρανταχτα άντεχε η φωνή τους. Δεν κατανοούσε καθόλου που το έβρισκαν το αστείο αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι παρά να τους ανεχτεί.
Δεν ήθελε να κοιτάει του χοντρούς κενούς λουκουμάδες καθόλου, θα έχωνε το κεφάλι του στο πάτωμα σαν τις στρουθοκάμηλους αν μπορούσε. Όσο ο θόρυβος που έκανε το λάδι μεγάλωνε, ανεβάζοντας θερμοκρασία, τόσο πιο δυνατά ξεκαρδιζόντουσαν οι πελάτες. Η τηγΑνίτα άρχισε να του φαίνεται πως χαμογελούσε σε αυτήν την κατάντια των λουκουμάδων, και μάλιστα πως τους παρότρυνε να συνεχίσουν, "Μπα σκέφτηκε, απο την κούραση θα είναι αυτές οι φαντασίες". Η διασκέδαση αυτή των πελατών φάνταζε αδικαιολόγητη, στα μάτια του, πως μπορεί κάτι που πρέπει να φέρνει απελπισία ή τουλάχιστον απάθεια να υπάρχουν άνθρωποι που γελάνε. Η τηγΑνίτα μάλιστα, επειδή απορόφησαν την προσοχή του οι λουκουμάδες, έκανε δίπλες πάλι, "Πάλι η τηγΑνίτα Πάνιασε" είπε απο μέσα του, απογοητευμένος. Του φάνηκε πως λόγω αυτών των ραγάδων σχηματίστηκε πραγματικά ένα ειρωνικό ανθρώπινο χαμόγελο και δύο τελείες πάνω σαν μάτια, τα οποία κοιτούσαν κοροιδευτικά τους λουκουμάδες. Ένα δέος τον κυρίευσε απο αυτή την ανθρωπινη μεταμόρφωση της τηγΑνίτας ταυτόχρονα με μια αηδία απο τους παχύσαρκους, κακάσχημους λουκουμάδες. Τα γέλια απο τους πελάτες πλέον είναι μια συνοδεία στην βαβούρα του λαδιού που καίει τους άγαρμπους χορευτές λουκουμάδες σχήματίζοντας ένα μοναδικό κράμα ανθρώπινης βλακείας η οποία ενισχύει την ηχορύπανση. Ξαφνικά του ήρθε στο μυαλό έτσι χωρίς λόγο, ένας φίλος του, ο Παρασκευάς.
"Ουφ έτοιμα όλα" είπε, ξεφορτώνοντας ένα βάρος απο μέσα του, παραδίνοντας στα στον σερβιτόρο να σερβίρει στην θορυβώδη πελατεία. Οι πελάτες μην δείχνοντας το παραμικρό έλεος στο αντικείμενο του γέλιου τους τα τελευταία δέκα λεπτά, τους καταβρόχθισαν κόβοντας τους στην μέση και πασαλείβοντας τους στο μέλι. Το ίδιο έκαναν και στην περήφανη ανθρωπόμορφη τηγΑνίτα, με άμετρη ασέβεια η οποία άγγιζε τα όρια της ιεροσυλίας.
"Ιάσου Μαρία" ένας αδυσώπητα θανατηφόρος διανοητικός ιός
Αλλά εδώ που πατάμε τα πόδια μας τα είχανε πατήσει και άλλοι πολλοί και ας μην φαίνονται τα ίχνη τους στο χώμα, είναι σβησμένα απο δεκαετίες βροχών.
Βρισκόμαστε στο έτος 3007. Πριν απο πολλά χρόνια, κανένας δεν ξέρει πόσα ακριβώς, υπήρχε ακόμα η ανθρωπότητα, πολλάααα εκατομύρια άνθρωποι κατοικούσαν σε όλο τον πλανήτη. Φήμες υποστηρίζουν πως ήταν δισεκατομύρια όλοι αυτοί, αλλά μην πιστεύεις και όλα όσα λένε οι φήμες.
Δεν είχε αρχίσει να μεταδίδεται αυτός ο δολοφονικός ιός ο οποίος την εξολόθρευσε σχεδόν την ανθρωπότητα, αφήνοντας στους λιγοστούς εναπομείναντες μόνο τον φόβο απο συναισθήματα, και την σίγουρη απουσία Θεού η οποία είναι αποδεδειγμένη επιστημονικά, ως πολιτισμό. Απο επιστημονικά επιτεύγματα είχαν μείνει όλα, τι να τα κάνεις όμως που εξαφανίστηκαν οι επιστήμονες. Επιστήμη χωρίς να ξέρει κάποιος να την χειριστεί είναι ανύπαρκτη. Η αβεβαιότητα κυβερνάει πλέον τους ανθρώπους, ξέρουν πως δεν υπάρχει θεός αλλά δεν ξέρουν το γιατί.
Η καταστροφή ξεκίνησε απο ένα διαγωνισμό, αρχικά δημιουργήθηκε με σκοπό να προωθήσει τον μουσικό πολιτισμό των κρατών, δίνοντας ένα χαρακτηριστικό μουσικό κομμάτι του πολιτισμού τους. Εξαιτίας της αναμενόμενης δημοσιότητας σε όλα τα κράτη πολλές οργανώσεις άρχισαν της προσπάθειας να διαβάλλουν αυτόν τον θεάρεστο διαγωνισμό. Πειράματα απο τρελλούς και λογικούς επιστήμονες άρχισαν σε κάθε άτομο που συμμετείχε σε αυτόν τον διαγωνισμό, απο τους τραγουδιστές το κοινό και τους κριτικούς μέχρι φυτικά πειράματα στις γλάστρες που συνόδευαν τον καλλιτέχνη στο νούμερό του. Οι μεγάλες χώρες οι οποίες τα ήξεραν αυτά απο καιρό, και δεν έδιναν την παλιά τους σημασία σε αυτόν το διαγωνισμό πειραματόζωων έπεισαν μάλιστα τους υπηκόους τους να τον αγνοούν. Μόνο κάτι παρακμιακές, ξεχασμένες χώρες έμειναν για να τον συντηρούν.
Τα πειράματα συνεχίζονταν απτόητα σημειώνοντας ελάχιστες επιτυχίες. Μια απο τις αξιοσημείωτες ήταν της Έλενας Παπαρίζου, μια ανεπανάληπτη ηθικοπλαστική τραγουδοποιός, η οποία ήταν το πειραματόζωο πυρηνικών δοκιμών βασισμένες στο πλαστικό και στην σιλικόνη. Η επιτυχία αυτή, τύφλωσε τους επιστήμονες απο αλαζονεία και θάρρος, προχωρόντας τα πειράματα με αμείωτο ζήλο για ένα μεγαλύτερο πείραμα, που θα αφήσει εποχή.
Δυστυχώς μέσα στην ερευνητική ομάδα επιστημόνων αυτών ήταν και ένας ξάδερφος του Βύρωνα Πολύδωρα, κάτι που αποδείχτηκε εκ των υστέρων μέσω εξετάσεων DNA. Αυτός ήταν υπεύθυνος μιας μυστικής αποστολής απο τον Βύρωνα, να βρεί ένα τρόπο να σταματήσει τους αναρχικούς ανθρώπους που κάνουν πορείες. Δεν έχουν δικαίωμα αυτοί στην ζωή, δεν είναι καν άνθρωποι!!!, όπως συνήθιζε συχνά να λέει, αστειευόμενος για τους φοιτητές. Κατασκέυασε λοιπόν αυτός ο ξάδερφος του Βύρωνα, ο Μπύρωνας όπως τον έλεγαν οι γνωστοί του φιλικά γιατί είχε μια τεράστια μπυροκοιλιά, ένα διανοητικό ιό, ο οποίος προριζόταν για δωράκι στον Βυρώνα στα γενέθλιά του, και μετέπειτα για την Eurovision. Με ένα σμπάρο 2 τριγόνια σκέφτηκε χαιρέκακα ο Μπύρωνας.
Ο ιός αυτός με το κωδικό όνομα "yassoy maria", δεν ήταν θανατηφόρος, τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς δεν πέθαινε ο άνθρωπος απλά νεκρώνονταν κάποια συγκεκριμένα κύτταρα του οργανισμού. Αυστηρά μεταφραζόμενο στην ελληνική γλώσσα το κωδικό όνομα σημαίνει "ιάσου μαρία", δηλαδή: μαρια ιάσου, γιατρέψου, γίνε καλά απο μια αρρώστια, εντελώς αποπροσανατολιστικό μήνυμα. Αυτός ο προσεκτικά, και φυσικά όχι τυχαία, διαλεγμένος συνδυασμός συλλαβών απο τον Μπύρωνα, όταν το τραγουδούσε κάποιο συγκεκριμμένο υποκείμενο, όπως ο Σαρμπέλ έσπαγε ένα αγγείο στον εγκέφαλο εμποδίζοντας αποτελεσματικά και σταδιακά την οξυγόνωσή, του προκαλώντας σε μικρό χρονικό διάστημα την νέκρωσή του. Βέβαια το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιού αυτού, ήταν πως δεν πέθαινε ο άρρωστος, μόνο ο εγκέφαλός του.
Η ώρα του πειράματος έφτασε, χιλιάδες ανυποψίαστος κόσμος παγκοσμίως παρακολουθεί την δοκιμή του διαγωνισμού, τραγουδάει ο Σαρμπέλ και κολλάνε όλοι οι τηλεθεατές τον ιό, η πρώτη φάση της πειράματος σημείωσε πλήρη επιτυχία. Τότε ο Μπύρωνας παρατήρησε απογοητευμένος πως ιδιαίτερα στην Ελλάδα δεν είχε επιτυχία ο ύπουλος μουσικός αυτός ιός, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πληθησμού είχε ήδη νεκρωμένο τον εγκέφαλό του, απο τις τηλεοπτικές εκμπομπές τις Αννίτας Πάνιας. Ο ιός όμως χτύπησε τους λιγοστούς απομείναντες χαροποιώντας λίγο τουλάχιστον τον Μπύρωνα, δίνοντας του κάποια αμυδρή ικανοποίηση. Η ελάχιστοι που έμειναν με ζωντανούς και λειτουργικούς τους εγκέφαλούς του, μετριούνταν πλέον στα δάχτυλα 12 μπαμπουίνων.
Η δεύτερη φάση του πειραματικού αυτού προγράματος εξόντωσης των ανθρώπινων εγκεφάλων άρχισε με συνεχόμενες διαφήμίσεις αυτού του ιού απο την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ντουντούκες με αυτό το τραγούδι σε όλη την πόλη. Σιγά σιγά όλοι οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι εξοντώθηκαν με επιτυχία.
Οι ανεγκέφαλοι άνθρωποι πλέον μην μπορώντας πως να σκεφτούν, το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν να τραγουδάνε "ιάσου μαρια", να φάνε μπορούσαν και αυτό με το ζόρι, δεν μπορούσαν όμως να αναπαραχθούν αποτελεσματικά για να συνεχιστεί το είδος, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εξαφανίστηκαν. Οι μόνοι που επιβίωσαν τελικά ήταν κάποιοι ναυαγοί σε ένα μικρό νησί στο Ντουμπάι.
------------------------
Είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία, απλά δεν έχει συμβεί ακόμα.
Βρισκόμαστε στο έτος 3007. Πριν απο πολλά χρόνια, κανένας δεν ξέρει πόσα ακριβώς, υπήρχε ακόμα η ανθρωπότητα, πολλάααα εκατομύρια άνθρωποι κατοικούσαν σε όλο τον πλανήτη. Φήμες υποστηρίζουν πως ήταν δισεκατομύρια όλοι αυτοί, αλλά μην πιστεύεις και όλα όσα λένε οι φήμες.
Δεν είχε αρχίσει να μεταδίδεται αυτός ο δολοφονικός ιός ο οποίος την εξολόθρευσε σχεδόν την ανθρωπότητα, αφήνοντας στους λιγοστούς εναπομείναντες μόνο τον φόβο απο συναισθήματα, και την σίγουρη απουσία Θεού η οποία είναι αποδεδειγμένη επιστημονικά, ως πολιτισμό. Απο επιστημονικά επιτεύγματα είχαν μείνει όλα, τι να τα κάνεις όμως που εξαφανίστηκαν οι επιστήμονες. Επιστήμη χωρίς να ξέρει κάποιος να την χειριστεί είναι ανύπαρκτη. Η αβεβαιότητα κυβερνάει πλέον τους ανθρώπους, ξέρουν πως δεν υπάρχει θεός αλλά δεν ξέρουν το γιατί.
Η καταστροφή ξεκίνησε απο ένα διαγωνισμό, αρχικά δημιουργήθηκε με σκοπό να προωθήσει τον μουσικό πολιτισμό των κρατών, δίνοντας ένα χαρακτηριστικό μουσικό κομμάτι του πολιτισμού τους. Εξαιτίας της αναμενόμενης δημοσιότητας σε όλα τα κράτη πολλές οργανώσεις άρχισαν της προσπάθειας να διαβάλλουν αυτόν τον θεάρεστο διαγωνισμό. Πειράματα απο τρελλούς και λογικούς επιστήμονες άρχισαν σε κάθε άτομο που συμμετείχε σε αυτόν τον διαγωνισμό, απο τους τραγουδιστές το κοινό και τους κριτικούς μέχρι φυτικά πειράματα στις γλάστρες που συνόδευαν τον καλλιτέχνη στο νούμερό του. Οι μεγάλες χώρες οι οποίες τα ήξεραν αυτά απο καιρό, και δεν έδιναν την παλιά τους σημασία σε αυτόν το διαγωνισμό πειραματόζωων έπεισαν μάλιστα τους υπηκόους τους να τον αγνοούν. Μόνο κάτι παρακμιακές, ξεχασμένες χώρες έμειναν για να τον συντηρούν.
Τα πειράματα συνεχίζονταν απτόητα σημειώνοντας ελάχιστες επιτυχίες. Μια απο τις αξιοσημείωτες ήταν της Έλενας Παπαρίζου, μια ανεπανάληπτη ηθικοπλαστική τραγουδοποιός, η οποία ήταν το πειραματόζωο πυρηνικών δοκιμών βασισμένες στο πλαστικό και στην σιλικόνη. Η επιτυχία αυτή, τύφλωσε τους επιστήμονες απο αλαζονεία και θάρρος, προχωρόντας τα πειράματα με αμείωτο ζήλο για ένα μεγαλύτερο πείραμα, που θα αφήσει εποχή.
Δυστυχώς μέσα στην ερευνητική ομάδα επιστημόνων αυτών ήταν και ένας ξάδερφος του Βύρωνα Πολύδωρα, κάτι που αποδείχτηκε εκ των υστέρων μέσω εξετάσεων DNA. Αυτός ήταν υπεύθυνος μιας μυστικής αποστολής απο τον Βύρωνα, να βρεί ένα τρόπο να σταματήσει τους αναρχικούς ανθρώπους που κάνουν πορείες. Δεν έχουν δικαίωμα αυτοί στην ζωή, δεν είναι καν άνθρωποι!!!, όπως συνήθιζε συχνά να λέει, αστειευόμενος για τους φοιτητές. Κατασκέυασε λοιπόν αυτός ο ξάδερφος του Βύρωνα, ο Μπύρωνας όπως τον έλεγαν οι γνωστοί του φιλικά γιατί είχε μια τεράστια μπυροκοιλιά, ένα διανοητικό ιό, ο οποίος προριζόταν για δωράκι στον Βυρώνα στα γενέθλιά του, και μετέπειτα για την Eurovision. Με ένα σμπάρο 2 τριγόνια σκέφτηκε χαιρέκακα ο Μπύρωνας.
Ο ιός αυτός με το κωδικό όνομα "yassoy maria", δεν ήταν θανατηφόρος, τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς δεν πέθαινε ο άνθρωπος απλά νεκρώνονταν κάποια συγκεκριμένα κύτταρα του οργανισμού. Αυστηρά μεταφραζόμενο στην ελληνική γλώσσα το κωδικό όνομα σημαίνει "ιάσου μαρία", δηλαδή: μαρια ιάσου, γιατρέψου, γίνε καλά απο μια αρρώστια, εντελώς αποπροσανατολιστικό μήνυμα. Αυτός ο προσεκτικά, και φυσικά όχι τυχαία, διαλεγμένος συνδυασμός συλλαβών απο τον Μπύρωνα, όταν το τραγουδούσε κάποιο συγκεκριμμένο υποκείμενο, όπως ο Σαρμπέλ έσπαγε ένα αγγείο στον εγκέφαλο εμποδίζοντας αποτελεσματικά και σταδιακά την οξυγόνωσή, του προκαλώντας σε μικρό χρονικό διάστημα την νέκρωσή του. Βέβαια το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ιού αυτού, ήταν πως δεν πέθαινε ο άρρωστος, μόνο ο εγκέφαλός του.
Η ώρα του πειράματος έφτασε, χιλιάδες ανυποψίαστος κόσμος παγκοσμίως παρακολουθεί την δοκιμή του διαγωνισμού, τραγουδάει ο Σαρμπέλ και κολλάνε όλοι οι τηλεθεατές τον ιό, η πρώτη φάση της πειράματος σημείωσε πλήρη επιτυχία. Τότε ο Μπύρωνας παρατήρησε απογοητευμένος πως ιδιαίτερα στην Ελλάδα δεν είχε επιτυχία ο ύπουλος μουσικός αυτός ιός, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πληθησμού είχε ήδη νεκρωμένο τον εγκέφαλό του, απο τις τηλεοπτικές εκμπομπές τις Αννίτας Πάνιας. Ο ιός όμως χτύπησε τους λιγοστούς απομείναντες χαροποιώντας λίγο τουλάχιστον τον Μπύρωνα, δίνοντας του κάποια αμυδρή ικανοποίηση. Η ελάχιστοι που έμειναν με ζωντανούς και λειτουργικούς τους εγκέφαλούς του, μετριούνταν πλέον στα δάχτυλα 12 μπαμπουίνων.
Η δεύτερη φάση του πειραματικού αυτού προγράματος εξόντωσης των ανθρώπινων εγκεφάλων άρχισε με συνεχόμενες διαφήμίσεις αυτού του ιού απο την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ντουντούκες με αυτό το τραγούδι σε όλη την πόλη. Σιγά σιγά όλοι οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι εξοντώθηκαν με επιτυχία.
Οι ανεγκέφαλοι άνθρωποι πλέον μην μπορώντας πως να σκεφτούν, το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν να τραγουδάνε "ιάσου μαρια", να φάνε μπορούσαν και αυτό με το ζόρι, δεν μπορούσαν όμως να αναπαραχθούν αποτελεσματικά για να συνεχιστεί το είδος, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εξαφανίστηκαν. Οι μόνοι που επιβίωσαν τελικά ήταν κάποιοι ναυαγοί σε ένα μικρό νησί στο Ντουμπάι.
------------------------
Είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία, απλά δεν έχει συμβεί ακόμα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


